Archive for Οκτώβριος 2014

Βιβλιοπαρουσίαση του έργου » Ιστορία του Ελληνικού Στρατου (1833-1949) «

27 Οκτωβρίου, 2014

Παρουσίαση : Ιωάννινα (Εταιρία Ηπειρωτικών Μελετών) την 27-10-2014)

_EHM_________

 

 

 

 

 

 

Γράφει και παρουσιάζει : Ο Γιώργος Γκορέζης*

email: ggorezis@yahoo.gr

web : ggore.wordpress.com

 

«Όποιος ξεχνάει την ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει», Σαντιγίανα, Ισπανός φιλόσοφος. H φράση αυτή παραμένει αναλλοίωτη και επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε.

Η σημερινή παρουσίαση του βιβλίου, «Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού (1833-1949)» από της εκδόσεις Σάκκουλα, του Δρ. Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου, Νομικού – Διεθνολόγου, δίνει την αφορμή, ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του βιβλίου, να ξαναθυμηθούμε την παραπάνω ρήση.

O υποφαινόμενος έχω αυτοβίωτη εμπειρία του πνευματικού μόχθου της συγγραφής. Οφείλω άρα να τιμήσω τον συγγραφέα του προκειμένου συγγράμματος και όχι μόνο για τον πνευματικό του μόχθο. Ο συγγραφέας του προς παρουσίαση βιβλίου είναι έγκριτος καθηγητής και διδάσκαλος Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Άρα έχει όχι μόνο την ικανότητα να περιγράφει και εξιστορεί καταστάσεις και γεγονότα με ακρίβεια και σαφήνεια, αλλά και διαθέτει και διορατικότητα για την σπουδαιότητα των προς έκθεση. Οφείλω άρα να τιμήσω τον συγγραφέα του προκειμένου συγγράμματος, και όχι μόνο για τον πνευματικό του μόχθο.

Όπως διευκρινίζει ο συγγραφέας στο εισαγωγικό του στο σύγγραμμα σημείωμα, το παρόν πόνημα δεν είναι στρατιωτική ιστορία, ούτε φυσικά κοινωνική ή πολιτική ιστορία. Είναι μια μελέτη με θέμα την ιστορία του Ελληνικού Στρατού. Στο κείμενο δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στις πολεμικές περιόδους, δίχως, όμως, να παραγνωρίζονται και τα τεκταινόμενα στην εσωτερική πολιτική κονίστρα, ιδίως όσα είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με τις Ένοπλες Δυνάμεις. Επίσης γίνεται διασύνδεση με τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον, οι οποίες επέδρασαν καθοριστικά στο ελληνικό γίγνεσθαι.

Το βιβλίο, κατά το συγγραφέα, είναι αποτέλεσμα πολυετούς μελέτης σε πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές.

Το έργο αποτελείται από δύο μέρη: το πρώτο αφορά στο ιστορικό πλαίσιο, το οποίο αναδεικνύεται μέσα από πληθώρα δημοσιευμένων πηγών. Tο δεύτερο συγκροτείται από ορισμένα χαρακτηριστικά περιστατικά από την δράση των οκτώ πρώτων μεραρχιών του Ελληνικού Στρατού, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσα από στρατιωτικά αρχεία. Συνοπτικά, εξετάζονται κατά σειρά, ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιατική εκστρατεία, ο Β΄ Παγκόσμιος και τα επακόλουθα γεγονότα έως το 1949.

Δίδεται μεγάλη έμφαση σε «δύσκολες» περιόδους για τον νεότερο Ελληνισμό (όπως ο «εθνικός διχασμός» και η «Μικρασιατική εκστρατεία») ενώ κατεβλήθη προσπάθεια ερμηνείας ορισμένων σημείων της ελληνικής ιστορίας, όπως π.χ. των δικαιωμάτων προστασίας επί της Ελλάδος, τα οποία υπεστήριζαν ότι είχαν οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις της Συνεννοήσεως έως το 1920, των αιτίων της εκλογικής ήττας των Φιλελευθέρων τον Νοέμβριο του έτους εκείνου κ.ά. Υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση μέσω 4.900 και πλέον παραπομπών. Τέλος, το έργο εμπλουτίζεται από δεκάδες χάρτες της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, καθώς και από πληθώρα φωτογραφιών .

Ο συγγραφέας επιχειρεί συναρπαστικό ταξίδι στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία, όπως αυτό περιγράφεται στις σελίδες του βιβλίου. Συνδέει άρρηκτα την ιστορία του Ελληνικού Στρατού με την ιστορία του Ελληνικού Έθνους, αφού ο Στρατός αποτέλεσε το βραχίονα των εθνικών διεκδικήσεων στους μεγάλους πολέμους του Έθνους. Επισημαίνει επίσης ότι οι νίκες του Ελληνικού Στρατού στους Βαλκανικούς Πολέμους θεμελίωσαν την ελληνική κυριαρχία στις αλύτρωτες περιοχές. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην ανασύσταση του Στρατού υπό την απειλή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και χαρακτηρίζει τον ρόλο του Μεταξά ως ευτυχή συγκυρία για την ανασυγκρότηση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Αξίζουν εκτενέστατη παρουσίαση τα περιεχόμενα των δύο ογκωδέστατων τόμων της συγγραφής, καθώς έχουν περιεχόμενο κρίσιμα γεγονότα και απότοκες τους καταστάσεις, όπως οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και οι επιπτώσεις τους στη τύχη του ελληνικού έθνους. Η σημασία των μαχών δεν έγκειται μόνο στη πληρότητα της νίκης ή της ήττας που σημειώθηκε σε αυτές, αλλά στο γεγονός ότι ο συγγραφέας μας παρουσιάζει τη μακροπρόθεσμη επίδραση τους στο μέλλον του έθνους. Πολλές σελίδες των δύο τόμων είναι συναρπαστικές. Αλλά ο χρόνος «ουκ ευμαρής θεός». Εν τέλει ο συγγραφέας κατόρθωσε να συμμορφωθεί σε ικανό βαθμό στο αίτημα της ιστοριογραφίας «τίνα δεί επί την γραφίδα παραλαβείν και τίνα παραλειπείν».

Το ιστορικό πλαίσιο στο Α΄ μέρος του βιβλίου χωρίζεται σε περιόδους : Στη περίοδο του βασιλέως Όθωνος μέχρι το Κριμαϊκό πόλεμο, τη περίοδο του βασιλέως Γεωργίου Α΄ μέχρι τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο, την περίοδο του βασιλέως Κωνσταντίνου του Α΄( 1913-1917 ) με τον Β΄ βαλκανικό πόλεμο και τον μετέπειτα εθνικό διχασμό, τη περίοδο του βασιλέως Αλεξάνδρου με την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών και τις ραγδαίες εξελίξεις, τη περίοδο του βασιλέως Κωνσταντίνου του Α΄ ( 1920-1922 ), τη περίοδο του βασιλέως Γεωργίου Β΄(1922-23 ), τη περίοδο της αβασίλευτης δημοκρατίας μέχρι το 1935, τη περίοδο του βασιλέως Γεωργίου Β΄(1935-1947) και τέλος τη περίοδο του βασιλέως Παύλου Α΄ και τον εμφύλιο πόλεμο. Το Β΄ μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει τη δράση των Iης, IIας, IIIης, IVης, Vης, VIης, VIIης και VIIIης Μεραρχιών Πεζικού.

Η συγγραφή ακροθιγώς αναφέρεται και στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, που η ιστορία έκρινε ότι τον διεξήγαγαν οι στρατιωτικές και πολιτικές ελίτ των εξεγερμένων. Η απουσία κεντρικής στήριξης δεν άφηνε περιθώρια συντονισμού των επιχειρήσεων, γι’ αυτό και σπανίως εδίδετο μάχη εκ παρατάξεως. Η οργάνωση τακτικού στρατού ήταν τότε μια εν δυνάμει απειλή για την πολιτική τάξη.

Μετά την απελευθέρωση και για μεγάλο διάστημα, όπως περιγράφει ο συγγραφέας, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος τελεί υπό την ασφυκτική κηδεμονία των Μεγάλων Δυνάμεων, που απέρριπταν κάθε ιδέα σύγκρουσης με την ασθενούσα οθωμανική αυτοκρατορία. Επιπλέον η οικονομική κατάσταση της χώρας περιγράφεται ως ζοφερή, και τελούσα υπό την επίδραση των ευρύτερων γεωπολιτικών και στρατηγικών ανακατατάξεων που έφερε ο Κριμαϊκός, ο Γαλλοπρωσικός, και ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος. Ως εκ τούτου, πέραν της θεσμοθέτησης των Νόμων περί στρατολόγησης των Ελλήνων, δεν υπήρξαν άλλα αξιόλογα αποτελέσματα στην οργάνωση του Στρατού, που θα επέτρεπαν σοβαρή σχεδίαση ικανοποίησης των εθνικών διεκδικήσεων. Η πρώτη προσπάθεια για αξιόπιστη στρατιωτική οργάνωση γίνεται μόλις το 1877, όταν ψηφίσθηκε ο Οργανισμός περί Στρατού, ο οποίος προέβλεπε την οργάνωση δύο Μεραρχιών των δύο Ταξιαρχιών εκάστη, με ενσωματωμένα , στην οργάνωση των Ταξιαρχιών, στοιχεία ιππικού, πυροβολικού, μηχανικού και βοηθητικών υπηρεσιών.     Άλλος σοβαρός σταθμός στην ιστορία του Στρατού ήταν η κυβερνητική απόφαση του 1882, για τη μετάκληση από τη Γαλλία ειδικής οργανωτικής επιτροπής για την οργάνωση και εκπαίδευση του Στρατού. Τα ανωτέρω θεωρούνται ικανοποιητικά βήματα ώστε ο Στρατός να μπει σε σωστή τροχιά και να αποτελέσει κλειδί για την επιτυχία των εθνικών στόχων , αλλά αποδείχθηκε ότι χρειάζονταν και κρατικές μεταρρυθμίσεις για να στηρίξουν την οργάνωση του Στρατού. Τα οργανωτικά προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν , και ένα από αυτά είναι το θέμα πειθαρχίας των αξιωματικών, λόγω συμμετοχής τους στην ενεργό πολιτική.

Αμείωτο παραμένει το ενδιαφέρον του αναγνώστη του βιβλίου όταν περιηγείται στα της ήττας του 1897, που σταμάτησε τις συζητήσεις και εν πολλοίς αμφισβητήσεις για την αναγκαιότητα ισχυρού Στρατού . Σταθμό στην ιστορία του Στρατού αποτελεί και το 1905, όταν αναλαμβάνει η κυβέρνηση Θεοτόκη, και μέσα σε πέντε χρόνια εφαρμόζεται ο καινούργιος Οργανισμός Στρατού. Ο Οργανισμός καθορίζει την οροφή σε 60.000 άνδρες και προσανατολίζει στη δημιουργία Στρατού καλά εξοπλισμένου, με πρωταρχική αποστολή τη καταπολέμηση του εξωτερικού εχθρού, μακράν από καθήκοντα εσωτερικής ασφάλειας. Ο Στρατός αυτός αποτέλεσε τον βραχίονα με τον οποίο η χώρα πέτυχε την απελευθέρωση αλύτρωτων εδαφών με τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους και τη δημιουργία της Ελλάδας των δύο Ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, γράφει ο συγγραφέας, συνιστούν το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο της πολεμικής ιστορίας του Ελληνικού Στρατού, ο οποίος κυριάρχησε στα Βαλκάνια ως αήττητη δύναμη, προσφέροντας ένα ισχυρό έρεισμα στο πρωθυπουργό να διαπραγματευθεί τα δίκαια αιτήματα του Ελληνικού έθνους.

Δυστυχώς, μετά το πέρας των Βαλκανικών πολέμων και την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου ( Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου ), βάσκανος μοίρα, όπως γράφει ο συγγραφέας, ανέκοψε τη πορεία της χώρας. Ο επάρατος εθνικός διχασμός έφερε τη πτώση και διχοτόμηση της κυβερνήσεως, τη λυσσαλέα αντίδραση των Αγγλογάλλων που έφθασε μέχρι το ναυτικό αποκλεισμό, και την επέκταση του διχασμού και στις τάξεις του Στρατού, που μετεβλήθη σε θερμοκήπιο των μετέπειτα, μοιραίων για τη πατρίδα, κινημάτων και διχαστικών συμπεριφορών. Τα κόμματα αποδέχονται εφεξής το ρυθμιστικό ρόλο του Στρατού στη πολιτική ζωή, με ιδιοτελή σκοπό να τα βοηθήσουν στη κατάκτηση της εξουσίας, πράγμα που επαναλαμβάνεται και στη δεκαετία του 30.

Φθάνοντας στη Μικρασιατική εκστρατεία ο συγγραφέας περιγράφει με ακρίβεια όλες τις νικηφόρες μάχες του ελληνικού Στρατού και αναφέρει σαν κύριες αιτίες της ήττας τη μη έγκαιρη καταστροφή των δυνάμεων του αντιπάλου, τη μεταστροφή των συμμάχων υπέρ του Κεμάλ, και τη διαμόρφωση της πολιτικής κατάστασης μετά τις εκλογές του 1920. Η Μικρασιατική καταστροφή επέπρωτο τελικά να μετατρέψει το όραμα του Στρατού και όλου του ελληνικού λαού σε πραγματικό όλεθρο.

Αποτιμώντας σήμερα, με την ευκαιρία αυτής της παρουσίασης , την αξία της μελέτης της ιστορίας, μπορούμε με βεβαιότητα να ισχυρισθούμε ότι αν οι έλληνες πολιτικοί ηγέτες που αποτόλμησαν την μικρασιατική εκστρατεία είχαν μελετήσει τον Θουκυδίδη και ιδιαίτερα τα επακόλουθα της εκστρατείας στη Σικελία, αν είχαν σταθμίσει τις συνέπειες που συνεπάγεται μια τέτοια εκστρατεία σε εχθρική χώρα μακρινή και άγνωστη για το μεγαλύτερο μέρος του Στρατού, αναμφίβολα θα αποφευγόταν η μεγαλύτερη περιπέτεια του έθνους από την απελευθέρωση μέχρι σήμερα.

Για την περίοδο 1936-1949 η κρίση του συγγραφέα συμπυκνώνεται στη φράση: «H περίοδος από τον Αύγουστο 1936 έως τον Αύγουστο του 1949 είναι εκείνη που επέφερε την μεγίστη δόξα, αλλά και την μεγίστη συμφορά».

Για την VIIIη Μεραρχία Πεζικού, ο συγγραφέας αναφέρει ότι μετά την κατάληψη των Ιωαννίνων προέλασε στη Βόρειο Ήπειρο, και μέχρι την 23-3-1913 κατέλαβε την Κλεισούρα, το Αργυρόκαστρο, το Τεπελένι και την Πρεμετή. Στις 23-6-1913 μετακινήθηκε στη Θεσσαλονίκη και στα πλαίσια του Ελληνοβουλγαρικού Πολέμου κατέλαβε από 9-7-1913 μέχρι 14-7-1913 το Παρανέστι, τη Ξάνθη και την Κομοτηνή. Κατά τον ελληνοιταλικό πόλεμο, με Διοικητή τον Υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, έγραψε στην Ιστορία της σελίδες άφθαστου μεγαλείου και δόξας. Είχε διαταχθεί στην περιοχή Καλπακίου και αρχικά ανέκοψε την προέλαση του εχθρού, ενώ στη συνέχεια έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην επιθετική επιστροφή. Απώθησε τον εχθρό και έφθασε μέχρι της γραμμής Επισκοπή – Γκλίνα – Νταμπραβίτσα.

Στις δέλτους του παρόντος συγγράμματος ενεγράφησαν με ακρίβεια και ευλάβεια και οι νικηφόρες μάχες που έδωσαν οι 74, 75 και 76 Ταξιαρχίες της Μεραρχίας εναντίον του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού.

Η αλήθεια είναι ότι στη παρούσα συγγραφή της Ιστορίας του Ελληνικού Στρατού, μέσα από την οργάνωση και διαμόρφωση του Στρατού παρακολουθούμε στην ουσία την προσπάθεια διαμόρφωσης και οργάνωσης του ελληνικού κράτους από την απελευθέρωση και μετά, λαμβάνοντας υπόψη και τις επιρροές που δέχεται το κράτος διεθνώς. Μέχρι σήμερα είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τη διαμόρφωση κράτους το 19ο αιώνα χωρίς να μελετήσει τα θεμέλια οργάνωσης του στρατού. Δεν ισχύει το ίδιο για τον 20ο αιώνα, διότι το ενδιαφέρον του Στρατού είναι περισσότερο στραμμένο στις πολιτικές δραστηριότητες παρά στις κοινωνικές και οικονομικές ανατροπές που επιφέρει η οργάνωση του Στρατού εκείνα τα χρόνια.

Να λάβουμε υπόψη μας ότι την εποχή εκείνη η χώρα μας είναι νεοσύστατο, μικρό και αδύνατο ευρωπαϊκό κράτος. Θα πρέπει να την εκλάβουμε σαν ένα νέο κράτος που ενδιαφέρεται για τη γεωπολιτική ισχύ, και ασκεί πολιτικές σε διεθνές και ανταγωνιστικό πλαίσιο, όπως συμβαίνει με όλα τα κράτη. Μέσα στο πλαίσιο αυτό προσπαθεί να ενισχύσει τη στρατιωτική και διπλωματική του ισχύ για να πετύχει τους εθνικούς του στόχους.

Επίσης θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι, είτε πρόκειται για την Ελλάδα είτε για οποιοδήποτε άλλο κράτος, όλα ξεκινούν από το Στρατό. Γιατί εκεί βρίσκεται ο σκληρός πυρήνας του κράτους. Ένας σύγχρονος Στρατός είναι κάτι παραπάνω από άθροισμα ανθρώπων, είναι δημόσια διοίκηση, είναι συγκοινωνίες, είναι οργανωτικές ικανότητες, τεχνολογία, εκπαίδευση και οικονομία. Και η ανάγκη ενός Στρατού που θα μπορεί να πολεμάει και όχι να κυνηγάει ληστές ή να προστατεύει το θρόνο του ηγεμόνα, γίνεται περισσότερο επιτακτική όταν ο Κριμαϊκός πόλεμος έφερε αλλαγές στο διεθνές πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον.

Με άλλα λόγια η Ελλάδα του Όθωνα δεν είχε περιθώρια διεκδίκησης, αντιθέτως η Ελλάδα του Γεωργίου του Α΄ και του Χαρ. Τρικούπη ήταν υποχρεωμένη να αλλάξει τα πάντα προκειμένου να επιβιώσει στο διακρατικό παιχνίδι. Τα πράγματα χειροτερεύουν μετά το 1878. Είναι η εποχή μετάβασης από το μεγαλοϊδεατισμό στο πρότυπο βασίλειο. Και τα περιθώρια για την επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος στενεύουν ασφυκτικά.

«Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού» του συγγραφέα Ιωάννη Παπαφλωράτου, συνδέει το διεθνές περιβάλλον με την εγχώρια πραγματικότητα μέσω ορισμένων διαδικασιών, και με την χρήση κάποιων μεταβλητών, όπως είναι η θεσμοποίηση της πολιτικής, το άνοιγμα της και η επίδραση της στα ευρύτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Με τέτοιες και παρόμοιες διαδικασίες το ελληνικό κράτος κατόρθωσε να εξημερώσει τις πολιτικές ολιγαρχίες και να επιβάλει δημοκρατικό πολίτευμα.

Βασικός άξονας προβληματικής του βιβλίου παραμένει πάντα η μετατροπή μιας μικρής επαρχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σ’ ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Στην αρχή και μέχρι το 1875 το πρώτο λόγο είχαν οι πολιτικές των ελίτ. Τότε είναι που θεσμοθετείται η πολιτική που έχει βάση την αρχή της δεδηλωμένης. Ακολουθεί μια περίοδος αντιθέσεων , κινημάτων και αποκλεισμών μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τη δεκαετία του 20 και του 30 ο Στρατός δείχνει να «χειραφετείται». Ακολουθεί, μετά το έπος του 40, το καθεστώς του εμφυλίου , που κατά κάποιο τρόπο διαρκεί ως το 1974. Η επακολουθήσασα μεταπολίτευση απομένει ακόμα να δούμε αν υπήρξε μια προσωρινή κατάσταση, ή αν θα επιβιώσει η μέσο αυτής θεσμοποίηση της πολιτικής. Επειδή η ιστορική εξέλιξη δεν είναι πάντα γραμμική, και στην ιστορία διαμόρφωσης του κράτους η πολιτική ιστορία δεν μπορεί και δεν πρέπει να απουσιάζει. Θα ήταν σαν να προσπαθεί κανείς στο όνομα ενός ιστορικού φονταμενταλισμού να μιλήσει για ένα πόλεμο χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις πολεμικές επιχειρήσεις ή τη διπλωματία.

Αυτό που φαίνεται καθαρά στο παρόν σύγγραμμα είναι ότι από το 1897 μέχρι το 1949 η Ελλάδα μπλέχθηκε σε οκτώ πολέμους, και αντιμετώπισε Τούρκους, Βουλγάρους, Ιταλούς, Ρώσους, Γερμανούς. Ακόμα και τους Αγγλογάλλους στα Νοεμβριανά του 1916. Παρ’ όλο το πλήθος των εχθρών της η Ελλάδα κατόρθωσε να μεταφέρει τα σύνορα της από τη Θεσσαλία στην Ήπειρο, στις Πρέσπες, στο Μπέλες, στη Ροδόπη, στον Έβρο, σ’ όλο το Αιγαίο.

Οι συνεχείς αυτοί αγώνες και τα αποτελέσματα τους κατέδειξαν την αγωνιστικότητα λαού και Στρατού , το ύψος των ηθικών τους δυνάμεων, που πολλαπλασιάζει κάθε φορά τις περιορισμένες υλικές δυνάμεις. Πέραν αυτού, η ιστορία αυτή δίνει το πραγματικό μέγεθος στο αμυντικό πρόβλημα της χώρας, που βρίσκεται πάνω σε άξονες κατακτητικών ιμπεριαλισμών. Η σημερινή νεολαία, που ανδρώνεται μέσα σε μια ειρηνική κατάσταση 65 χρόνων από το 1949, ασφαλώς θα αντιμετωπίσει νέους αγώνες για την επιβίωση του έθνους. Οι ιμπεριαλισμοί που περιβάλλουν τη χώρα έχουν ενταχθεί σήμερα στον ανταγωνισμό των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, και χρειάζεται επαγρύπνηση.

Οι Αρχαίοι Έλληνες τιμούσαν μεταξύ των θεών τη Μνημοσύνη. Της Μνημοσύνης θυγατέρες ήταν οι εννέα Μούσες, μεταξύ των οποίων η Κλειώ εφέρετο να εφορεύει επί της Ιστορίας, με στέφανο δάφνης και σάλπιγγα στo δεξί χέρι. Τη Μούσα Κλειώ ας φέρουμε ενώπιον μας σήμερα, για να σαλπίσει τη δόξα και να στεφανώσει τους αγώνες του ελληνικού Στρατού, που είναι διαχρονικοί και ατέλειωτοι.

Στα χρόνια της σκλαβιάς του γένους, συνέβη οι ζωντανοί να αποσχίζονται από τη μάζα των ραγιάδων και να ανεβαίνουν στα βουνά, όπου χαλκεύουν μαζί, υλικό και ηθικό εξοπλισμό. Διάγουν ελεύθερη, αλλά σκληρή στρατιωτική ζωή, και προετοιμάζονται. Και έχουν ιεραρχία, βαθμούς, άγραφους και όμως αυστηρότατους κανονισμούς. Η λιτότητα και η σεμνότητα βίου, η γνώση του εδάφους και η άσκηση στη βολή, προετοίμαζε τους αυριανούς μαχητές της εθνικής μας ανεξαρτησίας. Που συγχρόνως αποτέλεσαν ανεκτίμητο κεφάλαιο παρακαταθήκης και παράδοσης.

Πάνω στη παράδοση αυτή, που κληροδοτήθηκε στις επερχόμενες γενεές, κατόρθωσε το έθνος να οικοδομήσει ένα σύγχρονο Στρατό, που είχε το όραμα της ελεύθερης Ελλάδας στα μάτια του. Είναι ο Ελληνικός Στρατός, όπως τον περιγράφει στη παρούσα συγγραφή ο κ. Παπαφλωράτος. Στις σελίδες της συγγραφής αυτής βλέπουμε να διέλαμψε, όσον και στην εποχή του Μαραθώνα, όσο και στην εποχή του Διγενή Ακρίτα, η αγάπη στην Ελευθερία, η Πολεμική μας αρετή. Και το γεγονός το μέγα, είναι ότι η αστείρευτη αυτή αρετή δεν εξόπλισε ψυχικά μόνο τους λίγους και επώνυμους, που είναι οι ηγήτορες του Ελληνικού Στρατού, αλλά και τους πολλούς και ανώνυμους, που είναι ο έλληνας στρατιώτης-μαχητής και η αστείρευτη πηγή και των δύο, ο Ελληνικός λαός. Οι επώνυμοι εκφράζουν το φώς της ιστορικής συνειδήσεως. Οι ανώνυμοι την άσβηστη σπίθα , που είναι κρυμμένη στη στάχτη. Χωρίς τους πρώτους η Ελλάδα δεν θα είχε φωνή. Χωρίς τους δεύτερους δεν θα είχε σφιγμό. Χωρίς τους πρώτους η Ελλάδα δεν θα είχε προβολή. Χωρίς τους δεύτερους, δεν θα είχε καταβολή.

Καμία άλλη γνώση εκτός από την ιστορία δεν δίνει στον άνθρωπο και στα κράτη τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν με ασφάλεια και σύνεση τις δυσκολίες. Για τη χώρα μας σήμερα δεν είναι αυτονόητο ότι τα ευρωπαϊκά επιτεύγματα θα διατηρηθούν. Επειδή τα επιτεύγματα αυτά προκάλεσαν εφησυχασμό, σε μια εποχή που το διεθνές σύστημα απαιτούσε ευελιξία και προσαρμογές. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί η χώρα σε δεινή οικονομική κατάσταση και να στερηθεί σημαντικό κομμάτι των κυριαρχικών δικαιωμάτων της. Το ερώτημα είναι αν η χώρα θα υποταχθεί στην έλλειψη θέλησης των πολιτικών ελίτ να επωμιστούν, μαζί με τους λοιπούς πολίτες, το κόστος συμμετοχής στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αν η χώρα αποδεχθεί την μάλλον προβληματική «δημοκρατία των φίλων » , ή ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Σε κάθε περίπτωση η κατάκτηση του ευρωπαϊκού πεπρωμένου θα αποτελεί εφεξής μια διαρκή πρόκληση για τους έλληνες.

Η εργασία του κ. Παπαφλωράτου «Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού (1833-1949)», και η προβληματική που αναπτύσσει στα παραπάνω διλήμματα, για όσους εντρυφήσουν στο σύγγραμμα, έχει πρακτική ωφέλεια σε όλους μας. Στο λαό, τους μαθητές, τους φοιτητές, τους στρατιωτικούς, τους επιστήμονες, τους διπλωμάτες, τους πολιτικούς. Ιδιαίτερη αξία έχει για αυτούς που ασχολούνται με την πολιτική και την ιστορία, επειδή οι πολιτικοί κρίνονται και η ιστορία διδάσκει. Πρέπει να διδάσκει, τουλάχιστον τους λαούς που θέλουν να ζήσουν.-

*Ο Γιώργος Γκορέζης είναι Υποστράτηγος ε.α., μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου, μέλος και τ. Πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας.