Archive for Ιουλίου 2020

Επετειακό. Οι Σουλιώτες πρωταγωνιστούν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Οι μάχες Κεφαλοβρύσου και Καλιακούδας. Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη

21 Ιουλίου, 2020

Γράφει : ο Γιώργος Γκορέζης*
e-mail : ggorezis@yahoo.gr
Web : ggore.wordpress.com

Η Τουρκία μετά την αποτυχία προσπαθειών δύο χρόνων να καταστείλει την ελληνική επανάσταση αποφάσισε να συγκροτήσει μια ισχυρή στρατιά από επίλεκτους και εμπειροπόλεμους τουρκαλβανούς για να δώσει το αποφασιστικό κτύπημα κατά της ελληνικής ανταρσίας. Αρχηγός της στρατιάς αυτής, της οποίας η δύναμη έφτανε τις δέκα έξι χιλιάδες, ορίστηκε ο Μουσταή πασάς της Σκόδρας. Ο τούρκος αυτός στρατηγός είχε τόσο μεγάλη φήμη για την ικανότητα, την ανδρεία και την αποφασιστικότητα του ώστε, όταν διαδόθηκε ότι θα εκστρατεύσει κατά της Ελλάδος, δημιουργήθηκε η γενική πεποίθηση ότι έφθασε πλέον το τέλος της επανάστασης. O Μουσταή υπολόγιζε και στις πολεμικές δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος θα τον βοηθούσε με έξι χιλιάδες τουρκαλβανούς ακόμα.
Κατάστρωσαν λοιπόν κοινό σχέδιο επιχειρήσεων οι δύο πασάδες, σύμφωνα με το οποίο ο μεν Μουσταή θα κατέβαινε από τα Άγραφα, ο δε Βρυώνης θα ακολουθούσε τις στενωπούς του Μακρυνόρους. Μετά τη διάβαση του Μακρυνόρους θα ξανάσμιγαν, θα προχωρούσαν ενωμένοι, και αφού θα εξουδετέρωναν εύκολα, όπως υπολόγιζαν, τις αντιστάσεις των Ελλήνων, θα κτυπούσαν το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι.
Η Ελληνική κυβέρνηση με διάταγμα στις 13 Ιουνίου 1823 είχε διορίσει γενικό έπαρχο της περιοχής τον Κωνσταντίνο Μεταξά, ο οποίος στα απομνημονεύματα του μας περιγράφει τις διχόνοιες και αντιζηλίες μεταξύ των οπλαρχηγών. Τρείς αιτίες προκαλούσαν τις διενέξεις και δυσαρέσκειες. Λίγους μήνες πριν η κυβέρνηση είχε προβιβάσει τον Μάρκο Μπότσαρη στο βαθμό του στρατηγού, πράγμα που δυσαρέστησε τους Τζαβελαίους και τους άλλους οπλαρχηγούς. Η δεύτερη αιτία αφορούσε τους Σουλιώτες γενικά. Η κυβέρνηση είχε αποφασίσει να τους δώσει το Ζαπάντι με όλες τις τουρκικές ιδιοκτησίες, και αυτό δυσαρέστησε τους ντόπιους που διεκδικούσαν την περιοχή. Τέλος τη τρίτη αιτία αποτελούσε η έχθρα που υπήρχε ανάμεσα στους Χασαπαίους και το Θοδωράκη Γρίβα, ο οποίος είχε σκοτώσει τρείς από την οικογένεια τους. Ο Τσόγκας και ο Μάρκος Μπότσαρης βοήθησαν τους Χασαπαίους και χτύπησαν το Γρίβα, ο οποίος αναγκάστηκε να κλειστεί στους πύργους του Δραγαμέστου.
Ο Μεταξάς για να ικανοποιήσει τους Χασαπαίους και το Μπότσαρη έπεισε το Γρίβα να εγκαταλείψει την Δυτική Ελλάδα και να φύγει για το Μοριά. Ακόμα δήλωσε ότι με κανένα τρόπο η στρατηγία του Μάρκου Μπότσαρη δεν σημαίνει αρχηγία, αλλά είναι στρατιωτικός βαθμός, και αρχηγός των άλλων οπλαρχηγών είναι ο ίδιος. Όσο για το Ζαπάντι, που ήταν ακόμα στα χέρια των τούρκων, ήταν αστείο, τους είπε, να φιλονικούν για κάτι, πριν ακόμα το αποκτήσουν.
Ύστερα από τις εξηγήσεις αυτές κατευνάστηκαν τα πνεύματα και σταμάτησαν οι διαμάχες ανάμεσα στους οπλαρχηγούς. Και τότε ενωμένοι όλοι συνεννοήθηκαν για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Έτσι ο Ίσκος και ο Ράγκος τοποθετήθηκαν στο Μακρυνόρος, ο Μακρής στη Λάσπη και ο Τσόγκας στη Βόνιτσα για να αντιμετωπίσουν τον Ομέρ Βρυώνη, ενώ ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Τζαβέλας με τους Σουλιώτες θα τραβούσαν προς το Καρπενήσι, όπου θα έσμιγαν με τους Γιολδασαίους, τον Πεσλή και το Σαδήμα για να αντιμετωπίσουν από κοινού το Μουσταή πασά.
Για να λείψουν οι αντιζηλίες που εκδηλώθηκαν ανάμεσα στους συμπατριώτες του ο Μάρκος προσκάλεσε τους Σουλιώτες και, αφού τους τόνισε ότι το μόνο που έχει σημασία στην περίσταση ήταν η ομόνοια για να αντιμετωπίσουν ενωμένοι τον τρομερό κίνδυνο που τους απειλούσε, έσκισε το δίπλωμα της στρατηγίας σε μικρά κομματάκια και τα σκόρπισε στα πόδια τους με τα λόγια : « Αύριο που θα πολεμήσουμε τον Μουσταή, όποιος σταθεί παλικάρι, ας πάρει το δίπλωμα του στη μάχη ».
Ο Μουσταή με το αμέτρητο ασκέρι του στα μέσα Ιουλίου 1823 έφτασε στα Τρίκαλα. Από κει ξεκίνησε να ξεκαθαρίσει τον Ασπροπόταμο και τα Άγραφα. Ήταν τέλος Ιουλίου όταν έφτασε στο Καρπενήσι. Ο ίδιος έμεινε με το επιτελείο του σε ένα πύργο που είχε χτίσει εκεί ο Αλής για να παραθερίζει, ενώ το ασκέρι του απλώθηκε στο Λειβαδάκι, στα Πλατάνια και το Κεφαλόβρυσο.
Οι Σουλιώτες παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή τις κινήσεις του Μουσταή πασά. Ο Μάρκος έπιασε το Μικρό χωριό και οι Τζαβελαίοι το Μεγάλο. Το σχέδιο με το οποίο αποφάσισαν να κτυπήσουν τους τουρκαλβανούς ήταν τολμηρό, και το μόνο που θα μπορούσε να πετύχει ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Θα επιχειρούσαν νυχτερινή έφοδο μέσα στο ορδί των πασάδων και θα τους ξάφνιαζαν. Το εγχείρημα ήταν δύσκολο και επικίνδυνο. Και για αυτό χρειάζονταν νωπές πληροφορίες για την κατάσταση στο εχθρικό στρατόπεδο, που ανέλαβαν να συλλέξουν ο Τούσας Μπότσαρης, ο Θανάσης Κουτσονίκας και ο Γιάννης Μπαϊρακτάρης. Θαρρετά γύρισαν όλη τη νύχτα της 7ης Ιουλίου και το πρωινό της 8ης Ιουλίου το εχθρικό στρατόπεδο, συλλέγοντας πληροφορίες. Την άλλη μέρα οριστικοποιήθηκε το σχέδιο με βάση τις πληροφορίες αυτές, και προέβλεπε οι ελληνικές δυνάμεις να ριχτούν την ίδια νύχτα στο τουρκικό ορδί και να προσπαθήσουν να πιάσουν ή να σκοτώσουν τους αρχηγούς. Ο Τζαβέλας θα χτυπούσε τους εχθρούς στα Πλατάνια και θα δυσκόλευε κάθε απόπειρα βοήθειας του τουρκικού στρατοπέδου.
Την 9η Αυγούστου ο Μάρκος με 450 σουλιώτες ενήργησε νυκτερινή καταδρομική επίθεση στο εχθρικό στρατόπεδο Κεφαλόβρυσου στο Καρπενήσι, όπου πριν από δέκα λεπτά είχαν στρατοπεδεύσει 5000 πεζοί και ιππείς υπό τον Τζελαλεντίν μπέη. Ταυτόχρονα άλλοι 800 Σουλιώτες υπό την αρχηγία του Κίτσου Τζαβέλα προσέβαλαν τη θέση Πλατάνια.
Ατρόμητος ο Μάρκος πηδά στην πρώτη σκηνή που βρέθηκε μπροστά του. Καθώς την ανοίγει βρίσκεται μπροστά στον τουρκαλβανό αρχηγό Άγο Βασιάρη που μόλις είχε ξυπνήσει και τον κοιτούσε σαστισμένος. Με τον Βασιάρη είχε παλιά γνωριμία ο Μάρκος, από τότε που υπηρετούσαν μαζί στην αυλή του Αλή Πασά. Τον αιχμαλωτίζει και τον παραδίνει στα παλικάρια του.
Μέσα στη σύγχυση και τον πανικό που επακολούθησε οι τούρκοι έχασαν περί τους 800 μαχητές νεκρούς, αλλά δυστυχώς εφονεύθη από τούρκικο βόλι ο στρατηγός Μάρκος Μπότσαρης. Νικητές γύρισαν στη βάση τους οι Σουλιώτες, αλλά και πολύ λυπημένοι για το χαμό του αγαπημένου τους αρχηγού. Χίλιοι πεντακόσιοι ήταν οι σκοτωμένοι του εχθρού, και πολλές εκατοντάδες οι πληγωμένοι. Από τους Σουλιώτες σκοτώθηκαν εξήντα, ενώ σαράντα δύο λαβωμένοι μεταφέρθηκαν στις πλάτες των συντρόφων τους. Αμέτρητα ήταν τα λάφυρα. Χίλια εξακόσια τυφέκια, χίλιες οκτακόσιες πιστόλες, τέσσερα μπαϊράκια, τριακόσια σπαθιά, χίλια διακόσια άλογα και πολλές εκατοντάδες μουλάρια
Τίποτε όμως δεν μπορούσε να ισοφαρίσει τη μεγάλη ζημιά , το χαμό του ηρωικού αρχηγού. Ο χαμός του Μάρκου αποτέλεσε πραγματική εθνική συμφορά. Το επόμενο πρωινό, στις 10 Αυγούστου 1823, μια πένθιμη Σουλιώτικη φάλαγγα έφθασε στο Μεσολόγγι. Προηγείτο ο Τούσας Μπότσαρης, που μετέφερε στις πλάτες το άτυχο σώμα του Μάρκου. Λίγο πριν μπει στην πόλη έφτασε απεσταλμένος της αδελφής του Μάρως, για να μεταφερθεί στο σπίτι της ο νεκρός. Εκεί τον έπλυναν, τον λαμπροστόλισαν, και τον θρήνησαν με αυτοσχέδια μοιρολόγια, με τα οποία επαινούσαν την παλικαριά και την ανδρεία του.
Σε λίγη ώρα ξεκινούσε η κηδεία από το σπίτι της Μάρως για την εκκλησία της Μητρόπολης. Η διάταξη της νεκρικής πομπής θύμιζε εικόνες από τα ηρωικά έπη του Ομήρου. Μπροστά πήγαιναν οι αιχμάλωτοι Τούρκοι με δεμένα τα χέρια. Ύστερα τα άλογα των μπέηδων και των πασάδων με τα χρυσοπλουμισμένα χράμια, και πίσω τους σκυμμένα προς τη Γη τα τούρκικα μπαϊράκια. Ακολουθούσε ο κλήρος της περιοχής με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο. Ύστερα θλιμμένοι οι σύντροφοι του έφεραν στους ώμους το φέρετρο, και δίπλα του η αδελφή, οι συγγενείς, οι επίσημοι, και χιλιάδες ο λαός. Και η θλιβερή κηδεία έκλινε με δύο χιλιάδες αλογομούλαρα φορτωμένα με τα όπλα και τα άλλα λάφυρα που είχαν αποκομίσει από το τουρκικό στρατόπεδο. Πραγματική εικόνα θριάμβου. Μόνο που ο θριαμβευτής ήρωας δεν έμπαινε στην πόλη για να δοξαστεί, αλλά για να ταφεί.
Τάφηκε δίπλα στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, εκεί που σήμερα βρίσκεται «ο κήπος των ηρώων». Και όταν τον κατέβαζαν στον τάφο, τα κανόνια από τις ντάπιες του Μεσολογγίου τον αποχαιρετούσαν με τριάντα τρεις κανονιές, όσα και τα χρόνια της ζωής του.
Μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη αρχηγός ανέλαβε ο Ζυγούρης Λάμπρου Τζαβέλας, που παρά την ηλικία του ήθελε να δείξει ανάλογη μ’ αυτόν ευψυχία. Μετά τη μάχη του Κεφαλόβρυσου, έπιασε θέσεις και περίμενε τον εχθρό στο ύψ Καλιακούδα, 4 ώρες νότια του Καρπενησίου. Οι Σουλιώτες ενισχύθηκαν και με άλλους Έλληνες μαχητές, και η συνολική δύναμη ανήρχετο στους 2500 άνδρες. Η αμυντική θέση Καλιακούδα ήταν ισχυρότατη και απόρθητη, και άντεξε σε επανειλημμένες επιθέσεις των τούρκων. Δυστυχώς 400 τούρκοι διέβησαν στο νότιο μέρος της διάταξης αφύλακτο μονοπάτι και βρέθηκαν στα νώτα των Ελλήνων. Την 28-8-1823 έγινε άγρια συμπλοκή σώμα με σώμα, στην οποία έπεσε ενδόξως ο Ζυγούρης Λάμπρου Τζαβέλας με 150 παλικάρια.
Ο δρόμος για το Μεσολόγγι ήταν πλέον ανοικτός για τον εχθρό, που επιχειρεί την Β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου ( Μέσα Σεπτεμβρίου – τέλη Νοεμβρίου 1823 ). Το Μεσολόγγι όμως άντεξε και πάλι τις επιθέσεις, που τώρα γινόταν με ενωμένες τις δυνάμεις του Μουσταφά πασά με αυτές του Ομέρ Βρυώνη, που είχε εν τω μεταξύ καταφθάσει από την Άρτα.-

* Ο Γιώργος Γκορέζης είναι υποστράτηγος ε.α., συγγραφέας, αρθρογράφος, ιστορικός ερευνητής. Διετέλεσε πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας.

Επετειακό. Οι Σουλιώτες πρωταγωνιστούν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Η μάχη της Άμπλιανης. Οι εμφύλιες διαμάχες των Ελλήνων.

6 Ιουλίου, 2020

Γράφει : Ο Γιώργος Γκορέζης*
e-email : ggorezis@yahoo.gr
Web : ggore.wordpress.com

Στις 2 Οκτ 1823 οι Μουσταής και Ομέρ με τα τουρκοαλβανικά ασκέρια τους άρχισαν από κοινού να βομβαρδίζουν το Ανατολικό, νησίδα μέσα στη λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου με 2000 κατοίκους, αλλά το ίδιο έκαναν και οι Έλληνες, πλήττοντες τις εχθρικές θέσεις. Αυτό συνεχιζόταν για 40 συνεχείς μέρες, ενώ το Μεσολόγγι έμενε απείραχτο. Στο τέλος ο Κίτσος Τζαβέλας σοφίστηκε να στήσει με 300 άνδρες ενέδρα στη θέση Σκαλί, πάνω στο δρόμο από Ανατολικό προς Μεσολόγγι. Οι Τούρκοι απώλεσαν 350 ιππείς και πολλά λάφυρα περιήλθαν στα χέρια του Κίτσου Τζαβέλα.
Τελικά οι δύο πασάδες, βλέποντας ότι το ηθικό των ανδρών τους κατέπιπτε από τις επιτυχίες των Ελλήνων, αλλά και επειδή ο στόλος τους είχε αποσυρθεί και ο στρατός τους υπέφερε από το κλίμα του Μεσολογγίου, στις 17 Νοε εγκατέλειψαν τη πολιορκία του Ανατολικού και στις 19 πέρασαν τον Ασπροπόταμο με κατεύθυνση τα πασαλίκια τους. Η εκστρατεία Δυτ. Στερεάς που τόσο είχε διαφημιστεί απέτυχε, και η Ναύπακτος και το Αντίρριο ήταν τα μόνα τουρκικά φρούρια σ’ αυτή. Η πολεμική αρετή και ιδιοφυΐα του Κίτσου Τζαβέλα έλαμψε σ’ όλη την επαναστατημένη Ελλάδα.
Μετά την σύμπτυξη των δύο προαναφερθέντων πασάδων στις βάσεις τους, οι μόνιμες τουρκικές δυνάμεις στην επαναστατημένη Ελλάδα στα 1824 ήταν αμυντικά διαρθρωμένες. Τμήματα τουρκικού στρατού από 2000 – 3000 άνδρες κρατούσαν τα φρούρια της Πάτρας, Ρίου, Ναυπάκτου, Αντιρρίου, Χαλκίδας κ. ά. Η ύπαιθρος ελέγχονταν από δυνάμεις της επανάστασης, που ήταν όμως διαβρωμένες από την εμφύλια διαμάχη και κατά κάποιο τρόπο πολεμικά ακινητοποιημένες.
Στα μέσα Ιουλίου του 1824 οι τούρκοι διεξήγαγαν τη μόνη εκκαθαριστική τους επιχείρηση εκείνης της χρονιάς. Ο Δερβίς πασάς της Ρούμελης με 10000 άνδρες δοκίμασε να θέσει υπό τον έλεγχο του την περιοχή, αλλά αντιμετωπίστηκε με επιτυχία από τους ντόπιους καπεταναίους Δήμο Σκαλτσά, Νοταρά, και τους Χρ. Περαιβό, Κίτσο Τζαβέλα και άλλους σουλιώτες πολεμιστές στη μάχη της Άμπλιανης, επάνω στο δρόμο Σαλώνων – Γραβιάς, όπου κυριολεκτικά ο Κίτσος Τζαβέλας διακρίθηκε για την στρατιωτική του ιδιοφυΐα.
Στα μέσα του Ιουνίου 1824 ο Δερβίς πασάς με 10.000 άνδρες στρατοπέδευσε στο Λιανοκλάδι. Ο Γιουσούφ πασάς και ο Αμπίζ πασάς με 6.000 πεζούς και 1000 ιππείς πήραν διαταγή να προχωρήσουν στη Γραβιά, και να επιτεθούν στα Σάλωνα. Την αναχαίτιση του εχθρού στα Σάλωνα ανέλαβαν ο Πανουργιάς, ο Δυοβουνιώτης και ο Γ. Δράκος, τους οποίους αργότερα ενίσχυσε ο Κίτσος Τζαβέλας με τους Σουλιώτες και ο Παν. Νοταράς. Τη νύχτα της 13 Ιουλίου οι τούρκοι, που στο μεταξύ ενισχύθηκαν, κίνησαν 12.000 Αλβανούς με δύο κανόνια από τη Γραβιά προς τα Σάλωνα. Ξημερώνοντας έφθασαν στην Άμπλιανη, που βρήκαν αμυνόμενους περίπου 3.000 άνδρες.
Οι τούρκοι έκαναν σφοδρές επιθέσεις στην τοποθεσία μέχρι το απόγευμα. Μέχρι που έφθασαν ενισχύσεις των Ελλήνων που κατόρθωσαν να αντεπιτεθούν και να διασπάσουν το αριστερό πλευρό της διάταξης τους. Ο Κίτσος Τζαβέλας, επωφελούμενος τότε από τη δυσχερή θέση του εχθρού, όρμησε κατά πάνω με τους άνδρες του και τους ανάγκασε σε άτακτο φυγή. Η φυγή σε λίγο γενικεύθηκε και οι τούρκοι αποδεκατίστηκαν στην κυριολεξία. Άφησαν στο πεδίο της μάχης περί τους 2.000 νεκρούς.
Οι τελευταίοι μήνες του 1824 χαρακτηρίζονται από την οξεία πολιτική διαμάχη μεταξύ των Ρουμελιωτών, υποστηριζόμενων και υπό των Σουλιωτών, και των Πελοποννησίων. Ο Κωλέττης, που ενδιαφερόταν κυρίως για τη σύλληψη του Ζαΐμη, ενήργησε ώστε στις 3 Δεκ να αποβιβαστούν από το Στρατόπεδο Σαλώνων στο Αίγιο 3.000 άνδρες με αρχηγούς τους Κίτσο Τζαβέλα, Λ. Βέϊκο, Χρ. Περαιβό, Κ. Μπότσαρη, Α. Ίσκο, Γ. Βαλτινό, Τ. Ζέρβα και Γ. Δράκο. Μαζί τους αυτόκλητος ήλθε και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Η τελευταία μάχη με τους λεγόμενους « αντάρτες » δόθηκε στην Κερπινή. Μετά από σφοδρές μάχες οκτώ ημερών κατόρθωσαν στις 17 Δεκ να καταλάβουν την κωμόπολη. Οι Ζαΐμης, Λόντος και Νικηταράς με τους οπαδούς τους πέρασαν στο Μεσολόγγι και ζήτησαν άσυλο από το Μαυροκορδάτο.
Τα γεγονότα είχαν ως εξής :
Στις πρώτες φάσεις της Επανάστασης ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι προύχοντες συσπειρώνονται γύρω από την Πελοποννησιακή Γερουσία και αντιμάχονται την ιδέα της δημιουργίας συγκεντρωτικών κρατικών δομών δυτικού τύπου, την οποία εισηγείται ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.
Μετά την Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823), οι οπαδοί της ιδέας της δημιουργίας συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού ενισχύουν τη θέση τους περιορίζοντας, ταυτόχρονα, τη δύναμη όσων επιμένουν στη διατήρηση της ύπαρξης τοπικών κέντρων εξουσίας. Όμως, μετά την ένταξη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο νέο κυβερνητικό σχηματισμό από τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού, η πολιτική σύγκρουση μεταξύ κεντρικής διοίκησης και τοπικών φορέων εξουσίας μετατρέπεται σε αντιπαράθεση μεταξύ των φορέων της εκτελεστικής και αυτών της νομοθετικής εξουσίας.
Γύρω από τους φορείς της εκτελεστικής εξουσίας – τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη – συσπειρώνονται – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και συγκεκριμένα των προκρίτων του Αιγίου Ανδρέα Λόντου και των Καλαβρύτων Ανδρέα Ζαΐμη, που τάσσονται αλληλέγγυοι με τον Μαυροκορδάτο – οι προύχοντες της Πελοποννήσου και οι τοπικοί στρατιωτικοί ηγέτες.
Αντίθετα, γύρω από τους φορείς της νομοθετικής εξουσίας, του Βουλευτικού δηλαδή, συσπειρώνονται οι « ετερόχθονες » πολιτικοί, οι εκπρόσωποι των νησιών, οι οπλαρχηγοί της Στερεάς ( π.χ. Γκούρας, Καραϊσκάκης, Μακρυγιάννης ), καθώς και οι Σουλιώτες οπλαρχηγοί ( Κίτσος Τζαβέλας ).
Η ρήξη των σχέσεων μεταξύ Εκτελεστικού και Βουλευτικού οδήγησε τελικά στον Εμφύλιο Πόλεμο του 1824.
Τον Νοέμβριο του 1824 Ρουμελιώτες και Σουλιώτες οπλαρχηγοί ( με προεξάρχοντα τον Γκούρα ) εισέβαλαν στην Πελοπόννησο για να καταστείλουν την εξέγερση των εντόπιων προκρίτων και οπλαρχηγών, με τους οποίους είχαν συμπαραταχθεί πλέον και οι Ζαΐμης και Λόντος, και να εδραιώσουν με τη βία την κεντρική εξουσία που αμφισβητούνταν.
Η στρατιωτική σύγκρουση κατέληξε στην ήττα των Πελοποννησίων και στη φυλάκιση των ηγετών τους, οι οποίοι, ωστόσο, στη συνέχεια αμνηστεύτηκαν σε μια προσπάθεια υπέρβασης των αντιπαραθέσεων, εμπέδωσης του εθνικού φρονήματος και συγκρότησης μιας νέας εθνικής – και όχι τοπικής πλέον – συλλογικότητας, αφού όμως προηγουμένως είχαν διαμορφωθεί νέοι συσχετισμοί πολιτικής δύναμης.
Ο μόνος που πλήρωσε με τη ζωή του την εμφύλια διαμάχη ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο οποίος δολοφονήθηκε στην Ακρόπολη, αν και δεν είχε συμμετοχή στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν.

*Ο Γιώργος Γκορέζης είναι υποστράτηγος ε.α. αρθρογράφος, συγγραφέας, ιστορικός ερευνητής.