200 ΧΡΌΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Τα κόμματα, και οι στάσεις-ανταρσίες στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος

16 Οκτωβρίου, 2021

Γράφει : Ο Γιώργος Γκορέζης*

e-mail: ggorezis@yahoo.gr

Web : ggore.wordpress.com

Η συνταγματική μεταβολή της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 στην Ελλάδα, ενώ δεν έλυσε κανένα από τα προβλήματα του λαού, διευκόλυνε το παλάτι να φέρει με συνταγματικά μέσα στην εξουσία τον Κωλέτη και το κόμμα του.

     Το κυβερνητικό κόμμα του Κωλέτη έχει πλατιά λαϊκή βάση, χάρη στην επιρροή των κυριοτέρων στελεχών του, των καπεταναίων, μέσα στις μάζες των αγροτών – αγωνιστών. Όμως παρά την πλατιά λαϊκή του βάση το λαϊκό κόμμα ήταν πέρα για πέρα ανίκανο να καταπιαστεί με τη διοίκηση και τα προβλήματα της χώρας.

Ο αρχηγός του Κωλέτης ήταν ο άνθρωπος που εισήγαγε στην πολιτική παράδοση τα εκλογικά όργια και τη δημαγωγία και ήταν ο πρώτος που υπέταξε τον κρατικό μηχανισμό στην υπηρεσία του κόμματος. Ο Μακρυγιάννης γράφει : « Από τότε που ήλθε το λαϊκό κόμμα στην εξουσία, ελαμπρύνθη ο Κωλέτης και η συντροφιά του, όλες οι ξεκλησμένες παντιέρες και οι σαβούρες του τόπου. Και ο πρέσβης της Γαλλίας ήταν το πάν και κοντά στον βασιλέα και την κυβέρνηση. Και ήταν το λύσε και το δέσε και ο γενικός συμβουλάτορας σε όλα ο κύριος Πισκατόρης- ο πρέσβης-  κι αδελφός στενός του πρώτου υπουργού Κωλέτη ». Χαρακτηριστική είναι η πληροφορία που αποθησαύρισε ο Βλαχογιάννης, ιστορική ανθολογία, 1927 σ. 95 : τους υπουργούς του Κωλέτη ο λαός ονόμαζε εύστοχα « τα μυξομάνδηλα του »! 

     Απέναντι στον Κωλέτη στέκει η αντιπολίτευση , αποτελούμενη από το αγγλόφιλο κόμμα των μπαρλαίων με αρχηγό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και συμπαραστάτη το Σ. Τρικούπη, και το ρωσόφιλο κόμμα των ναπαίων ή μουζίκων με επικεφαλής τον Ανδρέα Μεταξά.

     Το κόμμα του Μαυροκορδάτου επηρεάζει τους μεγαλοκαπεταναίους των νησιών, τους φαναριώτες και την ανώτερη και μέση διοικητική υπαλληλία. Η επιρροή του στις πλατειές λαϊκές μάζες είναι ασήμαντη. « Η Ελλάς δια της παρόδου του χρόνου και των φώτων – γράφει ο Θουβενέλ – άρχεται να διαιρείται εις δύο στρατόπεδα, εις το της ρεδιγκότας και της φουστανέλας. Το τελευταίον τούτο είναι ισχυρότερο νυν, το παρόν εις αυτό ανήκει. Το κόμμα της ρεδιγκότας εκτός των ικανοτάτων ανδρών περικλείει μείζονα ποσότητα ευρωπαϊκών ιδεών, εισαχθεισών εν Ελλάδι από της απελευθερώσεως αυτής. Οι έμποροι, οι δικηγόροι, οι δημοσιογράφοι, η φαναριώτικη αριστοκρατία, αποτελούν το κόμμα τούτο. Η Ρωσία έχει τινάς εκ των ανδρών τούτων, οικογενείας τινάς συνδεομένας δι’ αρχαίων σχέσεων και προσωπικής ευνοίας, η Αγγλία έχει τους υπολοίπους ».

     Η Ρωσική πολιτική έχει τους οπαδούς της οργανωμένους στο κόμμα του Μεταξά, το παλαιό κόμμα του γέρο Κολοκοτρώνη. Γύρω της συγκεντρώνει μια μερίδα μεσαίων γαιοκτημόνων, μια μερίδα επίσης αγροτικής μάζας, που επηρεάζεται από την κίνηση των « φιλορθοδόξων » και του κλήρου και μετρημενους διανοούμενους με κύριο εκπρόσωπο τον ιστορικό της Φιλικής, ιστοριογράφο του αγώνα και εκδότη του « Αιώνος » Ιωάννη Φιλήμονα.

     Το παλάτι με τον αυλικό περίγυρο – την καμαρίλα όπως την λένε οι εφημερίδες της αντιπολίτευσης –  παίζει κι αυτό το ρόλο του στη πολιτική ζωή της χώρας. Γράφει ο ποιητής Αλ. Σούτσος : « Από του 1845 η κυβέρνηση της Ελλάδος, εγκολπωθείσα το πεπτοκώς σύστημα της Φιλιππιζούσης Γαλλίας, της απολύτου Αυστρίας και της δεσποτικής Πρωσίας, εμπαίζει μέχρις ώρας το σύνταγμα και δια της απάτης εκφυλίζει τους χαρακτήρας. Η βασιλεία κυβερνά παρά τον Χάρτην… βουλή εκ μελών διορισθέντων δι υπουργικών διαταγμάτων, σύνταγμα χλευαζόμενον. Ρήξεις ιδεών εις την πρωτεύουσα, στάσεις εις τας επαρχίας ».

     Ανάμεσα σε παλάτι, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, συνθλίβονται η ανεξαρτησία και τα βασικά προβλήματα του ελληνικού λαού.

     Φορέας Γαλλικής πολιτικής, στην Ελλάδα, « πιο δυνατός και από τον Όθωνα », όπως έγραψε ένας σύγχρονος του και συμπατριώτης του, ο Γάλλος πρεσβευτής Πισκατόρη. Το Ρωσικό κόμμα του Μεταξά αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση και προβάλλει συνταγματικά αιτήματα, όμως όσον αφορά τις σχέσεις του με το παλάτι, είναι διαλλακτικότατο και θεωρεί τον θρόνο σαν ένα από τα στηρίγματα της των τσαρικών επιδιώξεων στο Αιγαίο. Αντίθετα, το αγγλόφιλο κόμμα του Μαυροκορδάτου ασκεί σφοδρή αντιπαλατιανή πολιτική, αν και ποτέ δεν τόλμησε να βάλει ανοιχτά πολιτειακό ζήτημα. Η αντιπολίτευση του ξεκινάει από τη γραμμή της αγγλικής πολιτικής στην Ανατολή, που επιθυμεί τη διατήρηση της ακεραιότητας των τουρκικών εδαφών, εμποδίζοντας έτσι την προώθηση άλλων δυνάμεων στην Αν. Μεσόγειο, πράγμα που θα έθετε σε κίνδυνο τον δρόμο προς τις Ινδίες. Η γραμμή αυτή της αγγλικής πολιτικής εκφράζεται τοπικά μέσο του Μαυροκορδατικού κόμματος, με το σύνθημα πρώτα ανασυγκρότηση και ύστερα εξωτερική δράση.

     Το αντιοθωνικό ρεύμα ήταν ισχυρότατο καθ’ όλη τη διάρκεια της βαυαρικής δυναστείας, και τροφοδοτούσε συχνές στάσεις και ανταρσίες, κυρίως μετά την Σεπτεμβριανή επανάσταση. Μια άλλη εξήγηση είναι αυτή που δίνεται στα γραφόμενα του Τρύφωνα Ευαγγελίδη. « Ήθελε όμως τις ερωτήσει και δικαίως –  γράφει ο Τρύφων Ευαγγελίδης – πόθεν επήγαζαν τα στασιαστικά αυτά κινήματα, τα λυμαινόμενα τη χώρα από της εις βασίλειον αποκαταστάσεως της ; Κατά τινας ταύτα προήρχοντο, ως επί το πλείστον, από των υπηρετησάντων την πατρίδα ανδρών εις τον υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα, διότι ούτοι εκάστην αυτών αίτηση τοσούτον εφρόνουν δικαίαν και επομένως εκτελεστέαν, ώστε απεζήτουν την ικανοποίηση αυτής, εάν δε δεν εξετελείτο, δια των όπλων και του πολέμου. Ύστερον, ανακηρυχθέντος του Συντάγματος, εκλογικαί όλως αφορμαί προεκάλουν τας στάσεις ταύτας ».

     Στις 30 Μαρτίου 1844 σχημάτισε μονοκομματική κυβέρνηση ο Μαυροκορδάτος, που παραπλανήθηκε από τις απατηλές υποσχέσεις του Κωλέττη ότι θα τον στήριζε, από τη φιλαρχία του και από τον Άγγλο πρεσβευτή, που πίστευε ότι μόνο έτσι θα εδραιωνόταν η Αγγλική επιρροή. Αμέσως μετά η Ρωσόφιλη παράταξη εξαπέλυσε εναντίον του βιαιότατη επίθεση. Οι μάζες κινητοποιήθηκαν και άρχισε μια σειρά λαϊκών εξεγέρσεων με συνθήματα που αφορούσαν το επίμαχο εκκλησιαστικό ζήτημα, όπως για παράδειγμα : « Αυτοί οι κουτόφραγκοι θα μας χαλάσουν τη θρησκεία ».

     Τον Μάιο συγκεντρώθηκαν στην Τζίμοβα της Μάνης 2000 ένοπλοι, οπαδοί της φάρας του Μαυρομιχάλη, του Τζανετάκη, και του Πιερράκου, και η κυβέρνηση έστειλε εναντίον τους το πολεμικό πλοίο « Όθων » με στρατό, υπό την αρχηγία του Κίτσου Τζαβέλα και το κίνημα κατεστάλη.

     Έτερο σοβαρό κρούσμα ανταρσίας εξεδηλώθη στις 6 Ιουνίου 1847,  στην Αιτωλοακαρνανία από τον περιβόητο Θοδωρή Γρίβα,  που διέθετε μεγάλη τοπική δύναμη, μόλις έξι μέρες πριν τις εκλογές, που προκηρύχθηκαν για τις 12 Ιουνίου. Ο Θοδωρής Γρίβας οχυρώνεται στη Βαραταριά της Ακαρνανίας, απέναντι από τη Λευκάδα, σε μια περιοχή που ήταν τσιφλίκι του. Τάγματα τουρκοαλβανών υπό τον Αχμέτ Ντίνο κατέφθαναν από την Ήπειρο για να ενωθούν με τους στασιαστές και να ανατρέψουν τη Κυβέρνηση , αλλά και να εκθρονίσουν τον Όθωνα. Ο Κυβερνητικός Στρατός που εστάλη υπό τον Κίτσο Τζαβέλα και πάλι, πολιόρκησε το Αβαρίκο, όπου είχαν οχυρωθεί οι στασιαστές, και ο Γρίβας περιήλθε σε δυσχερή θέση, ενώ παράλληλα η κυβέρνηση ζητεί με διάβημα της στον Άγγλο αρμοστή Ιονίων την άδεια να τον πολιορκήσει και από θάλασσα. Παρενέβη όμως ο Γάλλος Πρέσβης Πισκατόρη, που έστειλε στο Αβαρίκο το πλοίο « Παπέν » για να παραλάβει τον Γρίβα και να τον μεταφέρει στον Πειραιά, και εκείθεν με άλλο πλοίο στην Αλεξάνδρεια.

     Δεν πέρασαν παρά μέρες και ξεσηκώνεται, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το εκλογικό όργιο, ο Ν. Κριεζώτης στη Χαλκίδα. Ο Κωλέτης, με το πρόσχημα ότι ο Κριεζώτης λήστεψε και βασάνισε τον Αύγουστο του 1843 κάποιο Πετεινάρη και ότι το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου φυλάκισε αυθαίρετα πολίτες, τον αρπάζει και τον κλείνει στις φυλακές Χαλκίδας. Ο απώτερος σκοπός ήταν να εμποδιστεί να βάλει κάλπη στις εκλογές στη Χαλκίδα. Μετά λίγο καιρό οι οπαδοί του τον ελευθερώνουν και αυτός με 600 ενόπλους πιάνει το χωριό Ελεούσα. Χτυπιέται με τους κυβερνητικούς, χάνει το ένα του χέρι από βλήμα πυροβόλου, και σώνεται πάνω σε ένα καράβι για τη Χίο και ύστερα τη Σμύρνη.

     Είναι γνωστή η σκηνή που μας παραδίνουν οι ιστορικοί του 19ου αιώνα : Όταν έγινε γνωστό πως ο Κριεζώτης έχασε το χέρι του, ο στρατηγός Χατζηχρήστος, υπασπιστής τότε του Όθωνα, άφησε το τραπέζι που τρώγανε με το βασιλιά, την Αμαλία και τους αυλικούς και εξέφρασε τον αποτροπιασμό του γιατί κόπηκε ένα χέρι που είχε στείλει εκατοντάδες τούρκους στον Άδη, ελευθερώνοντας την Ελλάδα.-

*Ο Γιώργος Γκορέζης είναι Υποστράτηγος ε.α., αρθρογράφος, συγγραφέας, ιστορικός ερευνητής. Διετέλεσε πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας.

200 χρόνια ελευθερίας. Η περίπτωση του Αλή Πασά του Τεπενλή

19 Σεπτεμβρίου, 2021

Γράφει ο Γιώργος Γκορέζης*

e-mail  : ggorezis@yahoo.gr

Web    : ggore.wordpress.com

     Στα πρόθυρα του 1821 η κατάσταση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν κρίσιμη. Με την ανάπτυξη των εμπορευματικών – χρηματιστικών σχέσεων επιταχύνεται η αποσύνθεση του στρατιωτικο – φεουδαρχικού της συστήματος. Οι Έλληνες  επωφελούνται από τις μεταβολές και αποκτούν εκτάσεις γης. Εξωτερικά επίσης η θέση της αυτοκρατορίας ήταν ασταθής. Από βορρά δεχόταν τη Ρωσική πίεση, και οι ναπολεόντειοι πόλεμοι απειλούσαν να τη διαμελίσουν. Σώθηκε μονάχα χάρη στην υποστήριξη της Αγγλίας, που πολιτική της ήταν η διατήρηση της Τουρκίας στις παλιές της θέσεις, γιατί ενδεχόμενη οθωμανική κατάρρευση θα σήμαινε προώθηση της Ρωσίας στη Μεσόγειο και αποκοπή των αγγλικών αυτοκρατορικών δρόμων προς την Ασία και τις Ινδίες.

        Το κλίμα των επαναστατικών αλλαγών στη Γαλλία και την Ευρώπη πέρασε στα Βαλκάνια και επέτεινε την κρίση της Αυτοκρατορίας. Η Σερβία, η Βοσνία και μέρος της Βουλγαρίας βρισκόταν σε κατάσταση εξέγερσης. Το Αλγέρι, η Τυνησία, η Τριπολίτιδα ήταν ουσιαστικά ανεξάρτητα. Η υποταγή των Κούρδων, των Αρμενίων και των Αραβικών φυλών ήταν επίσης ανύπαρκτη. Η ανταρσία αποδιοργάνωνε την αυτοκρατορία σε όλη της την έκταση.

       Τυπικό παράδειγμα που συνδέεται άμεσα με την Ελληνική επανάσταση είναι η περίπτωση του Αλή Πασά του Τεπελενλή. Δερβεντζής, δηλαδή αρχηγός στρατιωτικού σώματος φρουράς οδικών περασμάτων στην αρχή της σταδιοδρομίας του, αποκτά γρήγορα δύναμη και το 1788 καταλαμβάνει πραξικοπηματικά το πασαλίκι των Ιωαννίνων. Παράλληλα στράφηκε και κατά των Ελλήνων και Αλβανών αρματολών. Άμεση συνέπεια των ενεργειών του ήταν η εξασθένιση σε μεγάλο βαθμό της κεντρικής σουλτανικής εξουσίας, και με τον διωγμό των αρματολών ολόκληρη η στρατιωτική δύναμη περιέρχεται στα χέρια του.

       Δεύτερο στάδιο της εξόρμησης του για την κατάκτηση της εξουσίας ήταν η επίθεση κατά των Σουλιωτών. Ο Αλής θέλησε να εκμηδενίσει την απρόσιτη φωλιά των δυσμάχητων Σουλιωτών με την κλειστή οικονομική και κοινωνική τους ζωή, αγνοώντας τις προηγούμενες αποτυχίες των μουσουλμάνων αγάδων και το φυσικά δυσπρόσιτο του εδάφους, και το 1792 κινήθηκε εναντίον τους.

     Κατά την πρώτη φάση των επιχειρήσεων που διήρκεσαν 20 ημέρες απέτυχε παταγωδώς και επέστρεψε στα Ιωάννινα. Στο μεταξύ η δύναμη του Αλή αύξανε σταθερά. Είχε κατορθώσει να συντρίψει τη δύναμη πολλών πλούσιων μπέηδων και αγάδων φεουδαρχών, ενώ συγχρόνως υπέταξε πλήθος ανεξάρτητων κοινοτήτων και αρματολών, Ελλήνων και Αλβανών. Το 1798 κατέλαβε αιφνιδιαστικά τη Νίβιτσα κοντά στη Χειμάρρα και εκτόπισε τους Γάλλους από το Βουθρωτό και τη Πρέβεζα. Το 1799 ετοιμάζεται σοβαρά για την τελική του επίθεση εναντίον του Σουλίου. Η κυρία φάση των επιχειρήσεων αρχίζει το 1800. Το Δεκέμβριο του 1803 υπογράφεται συνθηκολόγηση, και οι Σουλιώτες παίρνουν το δρόμο του εκπατρισμού στα Ρωσοκρατούμενα Επτάνησα.

     Η υποταγή του Σουλίου αποτέλεσε την απαρχή για μια οικονομική διαφοροποίηση της περιοχής. Στα 1819 ο Αλής αγοράζει από τους Άγγλους την Πάργα. Η επικράτεια του τώρα εκτείνεται ενιαία στην Ήπειρο, Θεσσαλία, Μακεδονία, Μοριά, μέρος της Ευβοίας και μέρος της Στερεάς. Είναι η περίοδος που αυξάνει σταθερά το εμπόριο της περιοχής, πραγματοποιούνται αξιόλογα δημόσια έργα, ακόμα και έρευνες για την διάνοιξη μεταλλείων γίνονται. Τάξη πρωτοφανής επικρατεί την ταραγμένη εκείνη εποχή στο κράτος του Αλή, και ο Αλής σχεδιάζει να ιδρύσει και τυπικά ανεξάρτητο κράτος.

     Αξιόλογη προσπάθεια γίνεται από τον Αλή και για τη διοργάνωση Στρατού σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα. Η στρατιωτική του αυλή στα Γιάννενα υπήρξε αληθινή Ακαδημία πολέμου και εξέθρεψε πολλούς από τους μεγάλους πολέμαρχους της Επανάστασης, όπως τους Ανδρούτσο, Καραϊσκάκη, Μάρκο Μπότσαρη, Βαλτινό, Βαρνακιώτη, Ίσκο, Γρίβα και άλλους. Παράλληλα οργανώνει και τον διπλωματικό μηχανισμό του και προσελκύει πλήθος περιηγητών στο κράτος του. Σκέπτεται να στείλει τον Αθανάσιο Ψαλίδα σαν εκπρόσωπο του στο συνέδριο της Βιέννης ( 1814 ) και φροντίζει ακόμα να φτιάξει πυρήνα δικαιοσύνης και δικαστικής εξουσίας.  Επίσης υποστήριξε και ενθάρρυνε την παιδεία, καθιστώντας την αυλή του φυτώριο στοχασμού και τέχνης. Σχεδίασε να ιδρύσει Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών και Επιστημών κατά το πρότυπο της Γαλλικής αντίστοιχης, και γενικά η πολιτική και πνευματική του γραμμή ήταν ο « φωτισμένος δεσποτισμός ».Στη προσπάθεια του αυτή στηρίχθηκε αποφασιστικά στο ελληνικό στοιχείο, και με την τακτική του αυτή, χωρίς να το θέλει, ωφέλησε την προετοιμασία της ελληνικής επανάστασης.

     Μέσα στα όρια της επικρατείας του ο Αλής, με την επήρεια των Ελλήνων αυλικών, ανέχθηκε τον « εταιρισμό », τις μυστικές δηλαδή εθνικοαπελευθερωτικές κινήσεις των Ελλήνων, και λέγεται ότι επεχείρησε να διασώσει ύστερα από διαβήματα των Ελλήνων αυλικών του το Ρήγα και τους συντρόφους του, αλλά δεν πρόλαβε. Όπως επίσης λέγεται ότι είχε επαφές με τους Φιλικούς. Από το αλβανικό περιβάλλον του διέρρευσαν προς το Σουλτάνο οι πρώτες πληροφορίες για τα πολεμικά σχέδια των Ελλήνων.

     Η ραγδαία ανάπτυξη της ισχύος του ανησύχησε σοβαρά την Πύλη. Κλιμακωτά αφαιρέθηκαν οι εξουσίες από τα χέρια των γιων του και των εμπίστων του και αποφασίστηκε ο τελικός εγκλεισμός του στο Τεπελένι. Εκτελεστές των σουλτανικών αποφάσεων ορίστηκαν ο Ισμαήλ Πασόμπεης, που τοποθετήθηκε στο πασαλίκι των Ιωαννίνων και Δελβίνου, ο Μπαμπά Πασάς που τοποθετήθηκε στη Ναύπακτο, ο Νουρή Πασάς στο Βεράτι και ο Χουρσίτ Πασάς στο Μοριά, αντί για το γιο του Αλή, Βελή Πασά.

     Ο Αλής μπροστά στο θανάσιμο κίνδυνο στρέφεται προς τους Άγγλους και τους Ρώσους και ζητάει τη βοήθεια τους. Το πράγμα περιέρχεται σε γνώση της Πύλης, οπότε αποφασίζεται κεραυνοβόλα ένοπλη δράση εναντίον του. Κηρύσσεται αποστάτης με σουλτανικό φιρμάνι ( 1820 ) και δύο σώματα στέλνονται εναντίον του. Η ελληνική επανάσταση τον βρήκε πολιορκημένο στα Γιάννενα. Ο Ισμαήλ Πασόμπεης αντικαθίσταται στην ηγεσία των πολιορκητών από τον ικανότατο Χουρσίτ που του παίρνει το κεφάλι και το στέλλει στην Πύλη.

     Με την εκκαθάριση του Αλή η Πύλη είχε πλέον ελεύθερα τα χέρια για να δράσει εναντίον της επανάστασης των Ελλήνων. Συγχρόνως, το σχέδιο των φιλικών για ταυτόχρονη Βαλκανική δράση σε συνεργασία με τον Αλή δεχόταν ένα απρόσμενο πλήγμα.- 

*Ο Γιώργος Γκορέζης είναι Υποστράτηγος ε.α., αρθρογράφος, συγγραφέας, ιστορικός ερευνητής. Διετέλεσε πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας.

Η διάσπαση σε Ρουμελιώτες και Μωραϊτες και η πανωλεθρία στο Κρεμμύδι ( 7 Απρ 1825 )

19 Αυγούστου, 2021

Γράφει  :  Ο Γιώργος Γκορέζης*

e-mail   :   ggorezis@yahoo.gr

Web     :    ggore.wordpress.com

     Ο Σουλτάνος Μαχμούτ έβλεπε με δυσάρεστη έκπληξη τις αλλεπάλληλες αποτυχίες των στρατηγών του στην προσπάθεια να καταπνίξουν την ελληνική επανάσταση τόσο στη Ρούμελη όσο και στο Μοριά. Αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από το πασά της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλυ, που αν και ήταν υποτακτικός του σουλτάνου, είχε εξελιχθεί σε ισχυρό τοπάρχη, με ηγεμονικές εξουσίες, χωριστά οικονομικά, και δικές του αξιόλογες πολεμικές δυνάμεις. Ο σουλτάνος του πρότεινε τη γενική αρχηγία του αγώνα κατά των Ελλήνων.

     Ο Μωχάμετ Άλυ είδε τη μεγάλη ευκαιρία και άρχισε να καταστρώνει τα σχέδια του για την εκστρατεία στην Ελλάδα. Αρχηγός της εκστρατείας θα ανελάμβανε ο θετός γιός του Ιμπραήμ, που είχε γεννηθεί στη Καβάλα από Έλληνες γονείς. Ο Αιγυπτιακός στόλος, αφού θα εξουδετέρωνε κάθε ναυτική επαναστατική δράση στο Αιγαίο, θα αποβίβαζε στρατό στο Μοριά, και αφού τον χτένιζε κυριολεκτικά, θα ενώνονταν με τη στρατιά του Κιουταχή στις βόρειες ακτές της Πελοποννήσου. Μετά την οριστική υποταγή της Ελλάδος θα εκτελούνταν η συμφωνία του με το Σουλτάνο Μαχμούτ , βάσει της οποίας ο πληθυσμός του Μοριά θα μεταφερόταν στην Αίγυπτο και ο τόπος θα αποικιζόταν από Αιγυπτίους φελάχους.

     Το σχέδιο στηρίχθηκε στην κινητοποίηση μεγάλων στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων. Την κατάστρωση του σχεδίου ανέλαβαν Γάλλοι και Αυστριακοί επιτελείς, που είχαν πείρα των Ναπολεόντειων πολέμων, αλλά και ειδικότητα στην αντιμετώπιση εσωτερικών λαϊκών εξεγέρσεων. Η πείρα της Ισπανίας, της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας στον καταρτισμό των σχεδίων έπρεπε να χρησιμοποιηθεί.

     Ο στόχος του τουρκικού στόλου είχε προδιαγραφεί από το σχέδιο πολεμικής δράσης των ξένων επιτελών. Τρείς στόλοι αξιόμαχοι, ο τουρκικός, ο αιγυπτιακός και ο τυνησιακός ( που είχαν ανάμεσα στους αξιωματικούς τους Άγγλους, Γάλλους, Ιταλούς, Ολανδούς, Ισπανούς και Πορτογάλους οργανωτές ), θα έπαιρναν μέρος στις επιχειρήσεις. Ο αιγυπτιακός στόλος, πρωτοπόρος τεχνικά, διέθετε και δύο ατμοκίνητες φρεγάτες, πρόσφατα ναυπηγημένες στην Αγγλία.

     Ο Αιγυπτιακός στόλος, με πενήντα έξι πολεμικά σκάφη και τριακόσια μεταγωγικά, ξεκίνησε από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον Ιούλιο του 1824. Το στρατό που βρισκόταν στα πλοία αποτελούσαν δέκα πέντε χιλιάδες Άραβες και φελάχοι. Υπολογιζόταν πως όταν ολοκληρωνόταν η συνεχιζόμενη στρατολογία και εκγύμναση στην Αίγυπτο, ο αιγυπτιακός στρατός θα μπορούσε να φτάσει τις ενενήντα χιλιάδες, η πιο πολυάριθμη και πιο άρτια οργανωμένη δύναμη που παρέταξε ποτέ η τουρκική αυτοκρατορία. Ο επιτελάρχης της Σουλεϊμάν μπέης ήταν συνταγματάρχης του γαλλικού στρατού, ονομαζόταν Σέβ και είχε χρηματίσει υπασπιστής του στρατάρχη Νέυ.

     Ο ελληνικός στόλος ξανοίχτηκε στο πέλαγος για να αντιμετωπίσει το τρομερό αυτό αντίπαλο. Όλες οι δόξες του ναυτικού, οι ναύαρχοι Σαχτούρης, Μιαούλης, Αποστόλης και οι πυρπολητές Κανάρης, Παπανικολής, Πιπίνος, Ματρόζος, Βατικιώτης και άλλοι μπήκαν στα καράβια και τα μπουρλότα τους για να     αναμετρηθούν με τον αιγυπτιακό στόλο και του κόψουν το δρόμο για το Μοριά. Χτυπήθηκαν μαζί του στις 24 και 29 Αυγούστου ανάμεσα στη Κώ και την Αλικαρνασσό και του προξένησαν σημαντικές ζημιές. Τίναξαν στον αέρα δύο αιγυπτιακά πολεμικά και αιχμαλώτισαν πέντε μεταγωγικά. Αλλά και τα ελληνικά πλοία έπαθαν ζημιές και χρειάζονταν επισκευές, τα δε μπουρλότα είχαν εξαντληθεί. Έτσι ο ελληνικός στόλος ξαναγύρισε στις βάσεις του και ο Ιμπραήμ συνέχισε το ταξίδι του προς την Κρήτη. Στις αρχές του Φλεβάρη του 1825 συμπλήρωσε τις προετοιμασίες του στη Κρήτη και ξεκίνησε για το Μοριά, που ήταν και ο αντικειμενικός του σκοπός.

     Η ελληνική κυβέρνηση ήταν απασχολημένη με τις δάφνες που αποκόμισε από τον εμφύλιο πόλεμο και δεν έκανε τίποτε για να δυσκολέψει την αποβίβαση των αιγυπτιακών δυνάμεων. Ο Ιμπραήμ κατόρθωσε να μπει ανενόχλητος στο λιμάνι της Μεθώνης και να αποβιβάσει τέσσερις χιλιάδες πεζούς και εξακόσιους ιππείς. Αμέσως κατόπιν τα αιγυπτιακά πλοία έφυγαν για τη Σούδα και στις 5 του Μάρτη ξαναγύρισαν, φέρνοντας ακόμα επτά χιλιάδες πεζούς και τετρακόσιους ιππείς. Αν κατά τη στιγμή της απόβασης οι ελληνικές δυνάμεις τον χτυπούσαν είναι βέβαιο πως θα τον εξόντωναν, δεδομένου ότι οι άνδρες του εξουθενωμένοι από το θαλασσινό ταξίδι και την τρικυμία, επί μέρες έμεναν ξαπλωμένοι και άρρωστοι στην ακτή, ανίκανοι να διεξάγουν επιχειρήσεις.

     Εκείνη την κρίσιμη στιγμή οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις της επανάστασης ήταν διαλυμένες κυριολεκτικά και σε εντελώς αναξιόμαχη κατάσταση. Οι ηγέτες του επαναστατικού στρατού ήταν στη φυλακή ( Κολοκοτρώνης ) ή διώκονταν ( Νικηταράς ). Ο Καραϊσκάκης ήταν παραμερισμένος, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δολοφονημένος, και οι άλλοι απογοητευμένοι. Οι Ρουμελιώτες στρατηγοί που στήριζαν τη κυβέρνηση είχαν την ψυχολογία στρατού κατοχής του Μοριά.

     Μπροστά στη θανάσιμη τουρκοαιγυπτιακή απειλή, που διαγράφεται από βορρά και από νοτιοδυτικά  εναντίον της επανάστασης, ολόκληρο το έθνος αισθάνεται αγωνία και αναζητεί την κρίσιμη εκείνη στιγμή τους φυσικούς του στρατιωτικούς ηγέτες, που βρίσκονται στη φυλακή ή σε κυβερνητική δυσμένεια. Ακούγονται φωνές όλο και πιο πολλές να απελευθερωθεί ο Κολοκοτρώνης και να αναλάβει την ηγεσία του αγώνα. Ο ίδιος ο γέρος από τη φυλακή του στην Ύδρα στέλλει μήνυμα στην κυβέρνηση και ζητεί να αφεθεί ελεύθερος να πολεμήσει τον εχθρό, αλλά η κυβέρνηση δεν ενδίδει.

     Ο πρόεδρος της ελληνικής κυβερνήσεως Γεώργιος Κουντουριώτης, που είχε συγκεντρώσει στα χέρια του την αρχιστρατηγία με ειδικό θέσπισμα του βουλευτικού και του εκτελεστικού, απεφάσισε να εκστρατεύσει κατά του Ιμπραήμ. Σαν να μην έφτανε το ότι ο γενικός αρχηγός της εκστρατείας δεν είχε ιδέα από πόλεμο της στεριάς, διόρισε αρχιστράτηγο τον υδραίο πλοίαρχο Κυριάκο Σκούρτη, τίμιο και ικανό ναυτικό, αλλά εντελώς ξένο προς τα στρατιωτικά, και τον οποίο, όπως ήταν φυσικό, δεν ανέχονταν οι τόσο έμπειροι και ικανοί στρατηγοί που έθεσε υπό την αρχηγία του. Μόλις τόμαθε ο Κολοκοτρώνης στη φυλακή του σχολίασε πικρόχολα το γεγονός λέγοντας : « Τώρα που διορίστηκε ο κυρ Γιώργης Κουντουριώτης αρχιστράτηγος και ο Σκούρτης στρατηγός δεν μένει παρά να διοριστώ κι εγώ… ναύαρχος και όλοι μαζί να τσακίσουμε τον Ιμπραήμ ».

     Τα κυριότερα ελληνικά σώματα που είχαν σταλεί για να αντιμετωπίσουν τους αιγυπτίους ήταν του Καραϊσκάκη, του Δράκου, του Κώστα Μπότσαρη και του Τζαβέλα. Με διαταγή του Σκούρτη παρατάχθηκαν στο Κρεμμύδι. Μόνο ο Καρατάσος διαφώνησε, επειδή έκρινε τη θέση αυτή ακατάλληλη, και τοποθετήθηκε με τους Μακεδόνες του στο Σχοινόλακα. Εξάλλου, στη κωμόπολη Χώρα της Τριφυλίας είχε σχηματιστεί εφεδρική δύναμη με αρκετές δυνάμεις από Αρκαδινούς. Διατάχθηκε να τους ενισχύσει ο Πλαπούτας, για να προλάβει ενδεχόμενη προέλαση των αιγυπτίων προς το εσωτερικό του Μοριά. Δόθηκε ακόμα εντολή στο Μακρυγιάννη, που βρισκόταν στην Αρκαδία, να ενισχύσει το Σώμα του με ντόπιους στρατιώτες και να κατεβεί στο Νεόκαστρο.

     Ο Ιμπραήμ έστειλε πρώτα ένα Τάγμα κατά του Καρατάσου στο Σχοινόλακα. Οι εμπειροπόλεμοι Μακεδόνες κατόρθωσαν να αποκρούσουν τους αιγυπτίους, που αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης εκατό όπλα, τα οποία συγκέντρωσε ο Καρατάσος και τα έστειλε στη Τριπολιτσά.

     Στις 6 Απρίλη συγκροτήθηκε στο Νεόκαστρο πολεμικό συμβούλιο με τη συμμετοχή του Μαυροκορδάτου, με εντολή του προέδρου. Αποφασίστηκε να σχηματιστεί παράταξη σε σχήμα ημικυκλίου. Το αριστερό της, που στηριζόταν στους λόφους του Κρεμμυδιού, θα υποστηριζόταν από τον Χατζηχρήστο, και το δεξιό από τον Καραϊσκάκη και το Τζαβέλα. Το κέντρο, που βρισκόταν στο βάθος της κοιλάδας, έπιασε ο Σκούρτης και ο Παναγ. Ζαφειρόπουλος με χίλιους Υδραίους, Σπετσιώτες, Κρανιδιώτες και Αγιοπετρίτες.

     Την Αυγή της  επομένης 7 Απρ 1825ο Ιμπραήμ όρμησε με μεγάλες δυνάμεις εναντίον των ελληνικών θέσεων στο Κρεμμύδι, όπου είχαν ταχθεί περί τους 3250 άνδρες. Οι Έλληνες είχαν ταχθεί σε σχήμα ημικυκλίου : Στο άκρο αριστερό, στους λόφους γύρω από το χωριό, ο Κ. Μπότσαρης και ο Χατζηχρήστος. Στο δεξιό μέρος, στο χωριό, ο Κίτσος Τζαβέλας και ο Καραϊσκάκης. Και στο κέντρο, σε μια μικρή κοιλάδα, ο Σκούρτης. Όλοι είχαν οχυρωθεί σε ταμπούρια, εκτός από τους άνδρες του Σκούρτη, επειδή ο αρχηγός τους έλεγε ότι ταμπούρια ήταν τα σπαθιά τους. Η αμυαλωσύνη αυτή του άπειρου για χερσαίες επιχειρήσεις ναυτικού ήταν και μοιραία για την εξέλιξη της μάχης. Ο στρατηγικός Ιμπραήμ έριξε όλο το βάρος των επιθέσεων στο αδύναμο της διάταξης, τους άνδρες του Σκούρτη, που διασπάστηκε. Αποτέλεσμα ο Μπότσαρης να υπερφαλαγγιστεί και λίγο έλειψε να πιαστεί αιχμάλωτος. Ο Κίτσος Τζαβέλας αναγκάζεται να ανοίξει δρόμο μέσα από τις γραμμές του εχθρικού ιππικού. Οι Έλληνες άφησαν στο πεδίο της μάχης 600 νεκρούς.

     Μετά την πανωλεθρία στο Κρεμμύδι καμία κίνηση δεν εκδηλώθηκε κατά του Ιμπραήμ, που συνέχισε να αλωνίζει το Μοριά ανενόχλητος, σκορπίζοντας στο πέρασμα του τη καταστροφή και την ερήμωση. Οι Έλληνες, αφού έχασαν σημαντικό μέρος από τη δύναμη τους, απόμειναν με κουρελιασμένο το ηθικό, και απέδιδαν την ήττα τους στην έλλειψη κατάλληλης στρατηγικής ηγεσίας. Η εσωτερική διάσπαση, τα προσωπικά πάθη και οι μνησικακίες που είχαν αναπτυχθεί ανάμεσα στους Μοραΐτες και τους Ρουμελιώτες τους έκαναν να υποβλέπονται και να διακρίνουν παντού ανύπαρκτες δολοπλοκίες και προδοσίες.

     Στο μεταξύ ο Ιμπραήμ αποφασίζει να ξεκαθαρίσει το νησί Σφακτηρία, που υπερασπίζονταν χίλιοι περίπου μαχητές και αποτελούσε κίνδυνο για τα νώτα του προγεφυρώματος του μέσα στον κόλπο του Ναυαρίνου. Η σύγκρουση ήταν σκληρή. Από τους χίλιους μαχητές σκοτώθηκαν 350 και ανάμεσα τους ο γέρο-Αναγνωσταράς, παλιός κλέφτης του Μοριά και υπουργός του Πολέμου, ο Τσαμαδός, ο Σαχίνης και ο Ιταλός φιλέλληνας κόμης Σαντόρε Σανταρόζα. Καμιά πεντακοσαριά γλίτωσαν με το καράβι του Τσαμαδού και οι υπόλοιποι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Μετά από αυτό, η φρουρά του Παλαιού Ναυαρίνου, 785 μαχητές, παραδόθηκε στον Ιμπραήμ.

     Μετά τη συνθηκολόγηση του Παλαιού Ναυαρίνου ( Παλιόκαστρου ) ο Ιμπραήμ αρχίζει επίθεση κατά του Νέου Ναυαρίνου ( Νεοκάστρου ) με εντατικές βολές πυροβολικού. « Οι αρχηγοί της πατρίδας μας έκαναν σίγρι από τη ράχη – γράφει ο Μακρυγιάννης, ένας από τους υπερασπιστές του. Τόσες δυνάμεις μας έβλεπαν με τα κιάλια αδιάφοροι, σαν να μην είμαστε αδελφοί τους. Μας βλέπανε και άκουγαν το θρήνο των κανονιών όπου πετσοκοβόμαστε ». Μετά μακριά πολιορκία και αφού εξαντλήθηκαν τροφές και πολεμοφόδια η φρουρά του Νεοκάστρου αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει στις 11 Μάη 1825. Ο Ιμπραήμ πλάτυνε και στερέωσε οριστικά το προγεφύρωμα του στη Μεσσηνία, ενώ η κυβέρνηση πανικόβλητη, μαζί με το γενικό Αρχιστράτηγο Κουντουριώτη, φεύγει για να κρυφτεί στην Ύδρα. Ο αιγυπτιακός κίνδυνος για την επανάσταση προδιαγράφεται θανάσιμος.-

*Ο Γιώργος Γκορέζης, είναι Υποστράτηγος ε.α., συγγραφέας, αρθρογράφος, ιστορικός ερευνητής.

200 χρόνια ελευθερίας. Μάχες Κεφαλοβρύσου, Καλιακούδας. Ο Θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη 9 Αυγ 1823

31 Ιουλίου, 2021

Γράφει : ο Γιώργος Γκορέζης*
e-mail : ggorezis@yahoo.gr
Web : ggore.wordpress.com

Η Τουρκία μετά την αποτυχία προσπαθειών δύο χρόνων να καταστείλει την ελληνική επανάσταση αποφάσισε να συγκροτήσει μια ισχυρή στρατιά από επίλεκτους και εμπειροπόλεμους τουρκαλβανούς για να δώσει το αποφασιστικό κτύπημα κατά της ελληνικής ανταρσίας. Αρχηγός της στρατιάς αυτής, της οποίας η δύναμη έφτανε τις δέκα έξι χιλιάδες, ορίστηκε ο Μουσταή πασάς της Σκόδρας. Ο τούρκος αυτός στρατηγός είχε τόσο μεγάλη φήμη για την ικανότητα, την ανδρεία και την αποφασιστικότητα του ώστε, όταν διαδόθηκε ότι θα εκστρατεύσει κατά της Ελλάδος, δημιουργήθηκε η γενική πεποίθηση ότι έφθασε πλέον το τέλος της επανάστασης. O Μουσταή υπολόγιζε και στις πολεμικές δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος θα τον βοηθούσε με έξι χιλιάδες τουρκαλβανούς ακόμα.
                Κατάστρωσαν λοιπόν κοινό σχέδιο επιχειρήσεων οι δύο πασάδες, σύμφωνα με το οποίο ο μεν Μουσταή θα κατέβαινε από τα Άγραφα, ο δε Βρυώνης θα ακολουθούσε τις στενωπούς του Μακρυνόρους. Μετά τη διάβαση του Μακρυνόρους θα ξανάσμιγαν, θα προχωρούσαν ενωμένοι, και αφού θα εξουδετέρωναν εύκολα, όπως υπολόγιζαν, τις αντιστάσεις των Ελλήνων, θα κτυπούσαν το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι.
                Η Ελληνική κυβέρνηση με διάταγμα στις 13 Ιουνίου 1823 είχε διορίσει γενικό έπαρχο της περιοχής τον Κωνσταντίνο Μεταξά, ο οποίος στα απομνημονεύματα του μας περιγράφει τις διχόνοιες και αντιζηλίες μεταξύ των οπλαρχηγών. Τρείς αιτίες προκαλούσαν τις διενέξεις και δυσαρέσκειες. Λίγους μήνες πριν η κυβέρνηση είχε προβιβάσει τον Μάρκο Μπότσαρη στο βαθμό του στρατηγού, πράγμα που δυσαρέστησε τους Τζαβελαίους και τους άλλους οπλαρχηγούς. Η δεύτερη αιτία αφορούσε τους Σουλιώτες γενικά. Η κυβέρνηση είχε αποφασίσει να τους δώσει το Ζαπάντι με όλες τις τουρκικές ιδιοκτησίες, και αυτό δυσαρέστησε τους ντόπιους που διεκδικούσαν την περιοχή. Τέλος τη τρίτη αιτία αποτελούσε η έχθρα που υπήρχε ανάμεσα στους Χασαπαίους και το Θοδωράκη Γρίβα, ο οποίος είχε σκοτώσει τρείς από την οικογένεια τους. Ο Τσόγκας και ο Μάρκος Μπότσαρης βοήθησαν τους Χασαπαίους και χτύπησαν το Γρίβα, ο οποίος αναγκάστηκε να κλειστεί στους πύργους του Δραγαμέστου.
                Ο Μεταξάς για να ικανοποιήσει τους Χασαπαίους και το Μπότσαρη έπεισε το Γρίβα να εγκαταλείψει την Δυτική Ελλάδα και να φύγει για το Μοριά. Ακόμα δήλωσε ότι με κανένα τρόπο η στρατηγία του Μάρκου Μπότσαρη δεν σημαίνει αρχηγία, αλλά είναι στρατιωτικός βαθμός, και αρχηγός των άλλων οπλαρχηγών είναι ο ίδιος. Όσο για το Ζαπάντι, που ήταν ακόμα στα χέρια των τούρκων, ήταν αστείο, τους είπε, να φιλονικούν για κάτι, πριν ακόμα το αποκτήσουν.
                Ύστερα από τις εξηγήσεις αυτές κατευνάστηκαν τα πνεύματα και σταμάτησαν οι διαμάχες ανάμεσα στους οπλαρχηγούς. Και τότε ενωμένοι όλοι συνεννοήθηκαν για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Έτσι ο Ίσκος και ο Ράγκος τοποθετήθηκαν στο Μακρυνόρος, ο Μακρής στη Λάσπη και ο Τσόγκας στη Βόνιτσα για να αντιμετωπίσουν τον Ομέρ Βρυώνη, ενώ ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Τζαβέλας με τους Σουλιώτες θα τραβούσαν προς το Καρπενήσι, όπου θα έσμιγαν με τους Γιολδασαίους, τον Πεσλή και το Σαδήμα για να αντιμετωπίσουν από κοινού το Μουσταή πασά.
                Για να λείψουν οι αντιζηλίες που εκδηλώθηκαν ανάμεσα στους συμπατριώτες του ο Μάρκος προσκάλεσε τους Σουλιώτες και, αφού τους τόνισε ότι το μόνο που έχει σημασία στην περίσταση ήταν η ομόνοια για να αντιμετωπίσουν ενωμένοι τον τρομερό κίνδυνο που τους απειλούσε, έσκισε το δίπλωμα της στρατηγίας σε μικρά κομματάκια και τα σκόρπισε στα πόδια τους με τα λόγια : « Αύριο που θα πολεμήσουμε τον Μουσταή, όποιος σταθεί παλικάρι, ας πάρει το δίπλωμα του στη μάχη ».
                Ο Μουσταή με το αμέτρητο ασκέρι του στα μέσα Ιουλίου 1823 έφτασε στα Τρίκαλα. Από κει ξεκίνησε να ξεκαθαρίσει τον Ασπροπόταμο και τα Άγραφα. Ήταν τέλος Ιουλίου όταν έφτασε στο Καρπενήσι. Ο ίδιος έμεινε με το επιτελείο του σε ένα πύργο που είχε χτίσει εκεί ο Αλής για να παραθερίζει, ενώ το ασκέρι του απλώθηκε στο Λειβαδάκι, στα Πλατάνια και το Κεφαλόβρυσο.
                 Οι Σουλιώτες παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή τις κινήσεις του Μουσταή πασά. Ο Μάρκος έπιασε το Μικρό χωριό και οι Τζαβελαίοι το Μεγάλο. Το σχέδιο με το οποίο αποφάσισαν να κτυπήσουν τους τουρκαλβανούς ήταν τολμηρό, και το μόνο που θα μπορούσε να πετύχει ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Θα επιχειρούσαν νυχτερινή έφοδο μέσα στο ορδί των πασάδων και θα τους ξάφνιαζαν. Το εγχείρημα ήταν δύσκολο και επικίνδυνο. Και για αυτό χρειάζονταν νωπές πληροφορίες για την κατάσταση στο εχθρικό στρατόπεδο, που ανέλαβαν να συλλέξουν ο Τούσας Μπότσαρης, ο Θανάσης Κουτσονίκας και ο Γιάννης Μπαϊρακτάρης. Θαρρετά γύρισαν όλη τη νύχτα της 7ης  και το πρωινό της 8ης Αυγούστου το εχθρικό στρατόπεδο, συλλέγοντας πληροφορίες. Την άλλη μέρα οριστικοποιήθηκε το σχέδιο με βάση τις πληροφορίες αυτές, και προέβλεπε οι ελληνικές δυνάμεις να ριχτούν την ίδια νύχτα στο τουρκικό ορδί και να προσπαθήσουν να πιάσουν ή να σκοτώσουν τους αρχηγούς. Ο Τζαβέλας θα χτυπούσε τους εχθρούς στα Πλατάνια και θα δυσκόλευε κάθε απόπειρα βοήθειας του τουρκικού στρατοπέδου.
                Την 9η Αυγούστου ο Μάρκος με 450 σουλιώτες ενήργησε νυκτερινή καταδρομική επίθεση στο εχθρικό στρατόπεδο Κεφαλόβρυσου στο Καρπενήσι, όπου πριν από δέκα λεπτά είχαν στρατοπεδεύσει 5000 πεζοί και ιππείς υπό τον Τζελαλεντίν μπέη. Ταυτόχρονα άλλοι 800 Σουλιώτες υπό την αρχηγία του Κίτσου Τζαβέλα προσέβαλαν τη θέση Πλατάνια. Ατρόμητος ο Μάρκος πηδά στην πρώτη σκηνή που βρέθηκε μπροστά του. Καθώς την ανοίγει βρίσκεται μπροστά στον τουρκαλβανό αρχηγό Άγο Βασιάρη που μόλις είχε ξυπνήσει και τον κοιτούσε σαστισμένος. Με τον Βασιάρη είχε παλιά γνωριμία ο Μάρκος, από τότε που υπηρετούσαν μαζί στην αυλή του Αλή Πασά. Τον αιχμαλωτίζει και τον παραδίνει στα παλικάρια του.
              Μέσα στη σύγχυση και τον πανικό που επακολούθησε οι τούρκοι έχασαν περί τους 800 μαχητές νεκρούς, αλλά δυστυχώς εφονεύθη από τούρκικο βόλι ο στρατηγός Μάρκος Μπότσαρης. Νικητές γύρισαν στη βάση τους οι Σουλιώτες, αλλά και πολύ λυπημένοι για το χαμό του αγαπημένου τους αρχηγού. Χίλιοι πεντακόσιοι ήταν οι σκοτωμένοι του εχθρού, και πολλές εκατοντάδες οι πληγωμένοι. Από τους Σουλιώτες σκοτώθηκαν εξήντα, ενώ σαράντα δύο λαβωμένοι μεταφέρθηκαν στις πλάτες των συντρόφων τους. Αμέτρητα ήταν τα λάφυρα. Χίλια εξακόσια τυφέκια, χίλιες οκτακόσιες πιστόλες, τέσσερα μπαϊράκια, τριακόσια σπαθιά, χίλια διακόσια άλογα και πολλές εκατοντάδες μουλάρια
               Τίποτε όμως δεν μπορούσε να ισοφαρίσει τη μεγάλη ζημιά , το χαμό του ηρωικού αρχηγού. Ο χαμός του Μάρκου αποτέλεσε πραγματική εθνική συμφορά. Το επόμενο πρωινό, στις 10 Αυγούστου 1823, μια πένθιμη Σουλιώτικη φάλαγγα έφθασε στο Μεσολόγγι. Προηγείτο ο Τούσας Μπότσαρης, που μετέφερε στις πλάτες το άτυχο σώμα του Μάρκου. Λίγο πριν μπει στην πόλη έφτασε απεσταλμένος της αδελφής του Μάρως, για να μεταφερθεί στο σπίτι της ο νεκρός. Εκεί τον έπλυναν, τον λαμπροστόλισαν, και τον θρήνησαν με αυτοσχέδια μοιρολόγια, με τα οποία επαινούσαν την παλικαριά και την ανδρεία του.
               Σε λίγη ώρα ξεκινούσε η κηδεία από το σπίτι της Μάρως για την εκκλησία της Μητρόπολης. Η διάταξη της νεκρικής πομπής θύμιζε εικόνες από τα ηρωικά έπη του Ομήρου. Μπροστά πήγαιναν οι αιχμάλωτοι Τούρκοι με δεμένα τα χέρια. Ύστερα τα άλογα των μπέηδων και των πασάδων με τα χρυσοπλουμισμένα χράμια, και πίσω τους σκυμμένα προς τη Γη τα τούρκικα μπαϊράκια. Ακολουθούσε ο κλήρος της περιοχής με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο. Ύστερα θλιμμένοι οι σύντροφοι του έφεραν στους ώμους το φέρετρο, και δίπλα του η αδελφή, οι συγγενείς, οι επίσημοι, και χιλιάδες ο λαός. Και η θλιβερή κηδεία έκλινε με δύο χιλιάδες αλογομούλαρα φορτωμένα με τα όπλα και τα άλλα λάφυρα που είχαν αποκομίσει από το τουρκικό στρατόπεδο.     Πραγματική εικόνα θριάμβου. Μόνο που ο θριαμβευτής ήρωας δεν έμπαινε στην πόλη για να δοξαστεί, αλλά για να ταφεί.
               Τάφηκε δίπλα στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, εκεί που σήμερα βρίσκεται «ο κήπος των ηρώων». Και όταν τον κατέβαζαν στον τάφο, τα κανόνια από τις ντάπιες του Μεσολογγίου τον αποχαιρετούσαν με τριάντα τρεις κανονιές, όσα και τα χρόνια της ζωής του.
               Μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη αρχηγός ανέλαβε ο Ζυγούρης Λάμπρου Τζαβέλας, που παρά την ηλικία του ήθελε να δείξει ανάλογη μ’ αυτόν ευψυχία. Μετά τη μάχη του Κεφαλόβρυσου, έπιασε θέσεις και περίμενε τον εχθρό στο ύψ Καλιακούδα, 4 ώρες νότια του Καρπενησίου. Οι Σουλιώτες ενισχύθηκαν και με άλλους Έλληνες μαχητές, και η συνολική δύναμη ανήρχετο στους 2500 άνδρες. Η αμυντική θέση Καλιακούδα ήταν ισχυρότατη και απόρθητη, και άντεξε σε επανειλημμένες επιθέσεις των τούρκων. Δυστυχώς 400 τούρκοι διέβησαν στο νότιο μέρος της διάταξης αφύλακτο μονοπάτι και βρέθηκαν στα νώτα των Ελλήνων. Την 28-8-1823 έγινε άγρια συμπλοκή σώμα με σώμα, στην οποία έπεσε ενδόξως ο Ζυγούρης Λάμπρου Τζαβέλας με 150 παλικάρια.
                Ο δρόμος για το Μεσολόγγι ήταν πλέον ανοικτός για τον εχθρό, που επιχειρεί την Β΄ πολιορκία του Μεσολογγίου ( Μέσα Σεπτεμβρίου – τέλη Νοεμβρίου 1823 ). Το Μεσολόγγι όμως άντεξε και πάλι τις επιθέσεις, που τώρα γινόταν με ενωμένες τις δυνάμεις του Μουσταφά πασά με αυτές του Ομέρ Βρυώνη, που είχε εν τω μεταξύ καταφθάσει από την Άρτα.-

* Ο Γιώργος Γκορέζης είναι υποστράτηγος ε.α., συγγραφέας, αρθρογράφος, ιστορικός ερευνητής.

200 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Η μάχη της Άμπλιανης-14 Ιουλ 1824. Η εμφύλια διαμάχη του 1824

19 Ιουνίου, 2021

dsc00007

Γράφει   :  Ο Γιώργος Γκορέζης*

email    :  ggorezis@yahoo.gr

web       :  ggore.wordpress.com

 

     Στις 2 Οκτ 1823 οι Μουσταής και Ομέρ με τα τουρκοαλβανικά ασκέρια τους άρχισαν από κοινού να βομβαρδίζουν το Ανατολικό, νησίδα μέσα στη λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου με 2000 κατοίκους, αλλά το ίδιο έκαναν και οι Έλληνες, πλήττοντες τις εχθρικές θέσεις. Αυτό συνεχιζόταν για 40 συνεχείς μέρες, ενώ το Μεσολόγγι έμενε απείραχτο. Στο τέλος ο Κίτσος Τζαβέλας σοφίστηκε να στήσει με 300 άνδρες ενέδρα στη θέση Σκαλί, πάνω στο δρόμο από Ανατολικό προς Μεσολόγγι. Οι Τούρκοι απώλεσαν 350 ιππείς και πολλά λάφυρα περιήλθαν στα χέρια του Κίτσου Τζαβέλα.

     Τελικά οι δύο πασάδες, βλέποντας ότι το ηθικό των ανδρών τους κατέπιπτε από τις επιτυχίες των Ελλήνων, αλλά και επειδή ο στόλος τους είχε αποσυρθεί και ο στρατός τους υπέφερε από το κλίμα του Μεσολογγίου, στις 17 Νοε εγκατέλειψαν τη πολιορκία του Ανατολικού και στις 19 πέρασαν τον Ασπροπόταμο με κατεύθυνση τα πασαλίκια τους. Η εκστρατεία Δυτ. Στερεάς που τόσο είχε διαφημιστεί απέτυχε, και η Ναύπακτος και το Αντίρριο ήταν τα μόνα τουρκικά φρούρια σ’ αυτή. Η πολεμική αρετή και ιδιοφυΐα του Κίτσου Τζαβέλα έλαμψε σ’ όλη την επαναστατημένη Ελλάδα.

     Μετά την σύμπτυξη των δύο προαναφερθέντων πασάδων στις βάσεις τους, οι μόνιμες τουρκικές δυνάμεις στην επαναστατημένη Ελλάδα στα 1824 ήταν αμυντικά διαρθρωμένες. Τμήματα τουρκικού στρατού από 2000 – 3000 άνδρες κρατούσαν τα φρούρια της Πάτρας, Ρίου, Ναυπάκτου, Αντιρρίου, Χαλκίδας κ. ά. Η ύπαιθρος ελέγχονταν από δυνάμεις της επανάστασης, που ήταν όμως διαβρωμένες από την εμφύλια διαμάχη και κατά κάποιο τρόπο πολεμικά ακινητοποιημένες.

     Στα μέσα Ιουλίου του 1824 οι τούρκοι διεξήγαγαν τη μόνη εκκαθαριστική τους επιχείρηση εκείνης της χρονιάς. Ο Δερβίς πασάς της Ρούμελης με 10000 άνδρες δοκίμασε να θέσει υπό τον έλεγχο του την περιοχή, αλλά αντιμετωπίστηκε με επιτυχία από τους ντόπιους καπεταναίους Δήμο Σκαλτσά, Νοταρά, και τους Χρ. Περαιβό, Κίτσο Τζαβέλα και άλλους σουλιώτες πολεμιστές στη μάχη της Άμπλιανης, επάνω στο δρόμο Σαλώνων – Γραβιάς, όπου κυριολεκτικά ο Κίτσος Τζαβέλας διακρίθηκε για την στρατιωτική του ιδιοφυΐα.

      Στα μέσα του Ιουνίου 1824 ο Δερβίς πασάς με 10.000 άνδρες στρατοπέδευσε στο Λιανοκλάδι. Ο Γιουσούφ πασάς και ο Αμπίζ πασάς με 6.000 πεζούς και 1000 ιππείς πήραν διαταγή να προχωρήσουν στη Γραβιά, και να επιτεθούν στα Σάλωνα. Την αναχαίτιση του εχθρού στα Σάλωνα ανέλαβαν ο Πανουργιάς, ο Δυοβουνιώτης και ο Γ. Δράκος, τους οποίους αργότερα ενίσχυσε ο Κίτσος Τζαβέλας με τους Σουλιώτες και ο Παν. Νοταράς. Τη νύχτα της 13 Ιουλίου οι τούρκοι, που στο μεταξύ ενισχύθηκαν, κίνησαν 12.000 Αλβανούς με δύο κανόνια από τη Γραβιά προς τα Σάλωνα. Ξημερώνοντας έφθασαν στην Άμπλιανη, που βρήκαν αμυνόμενους περίπου 3.000 άνδρες.

     Οι τούρκοι έκαναν σφοδρές επιθέσεις στην τοποθεσία μέχρι το απόγευμα. Μέχρι που έφθασαν ενισχύσεις των Ελλήνων που κατόρθωσαν να αντεπιτεθούν και να διασπάσουν το αριστερό πλευρό της διάταξης τους. Ο Κίτσος Τζαβέλας, επωφελούμενος τότε από τη δυσχερή θέση του εχθρού, όρμησε κατά πάνω με τους άνδρες του και τους ανάγκασε σε άτακτο φυγή. Η φυγή σε λίγο γενικεύθηκε και οι τούρκοι αποδεκατίστηκαν στην κυριολεξία. Άφησαν στο πεδίο της μάχης περί τους 2.000 νεκρούς.

     Οι τελευταίοι μήνες του 1824 χαρακτηρίζονται από την οξεία πολιτική διαμάχη μεταξύ των Ρουμελιωτών, υποστηριζόμενων και υπό των Σουλιωτών, και των Πελοποννησίων. Ο Κωλέττης, που ενδιαφερόταν κυρίως για τη σύλληψη του Ζαΐμη, ενήργησε ώστε στις 3 Δεκ να αποβιβαστούν από το Στρατόπεδο Σαλώνων  στο Αίγιο 3.000 άνδρες με αρχηγούς τους Κίτσο Τζαβέλα, Λ. Βέϊκο, Χρ. Περαιβό, Κ. Μπότσαρη, Α. Ίσκο, Γ. Βαλτινό, Τ. Ζέρβα και Γ. Δράκο. Μαζί τους αυτόκλητος ήλθε και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Η τελευταία μάχη με τους λεγόμενους « αντάρτες » δόθηκε στην Κερπινή. Μετά από σφοδρές μάχες οκτώ ημερών κατόρθωσαν στις 17 Δεκ να καταλάβουν την κωμόπολη. Οι Ζαΐμης, Λόντος και Νικηταράς με τους οπαδούς τους πέρασαν στο Μεσολόγγι και ζήτησαν άσυλο από το Μαυροκορδάτο.

     Τα γεγονότα είχαν ως εξής :

     Στις πρώτες φάσεις της Επανάστασης ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι προύχοντες συσπειρώνονται γύρω από την Πελοποννησιακή Γερουσία και αντιμάχονται την ιδέα της δημιουργίας συγκεντρωτικών κρατικών δομών δυτικού τύπου, την οποία εισηγείται ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.

     Μετά την Εθνοσυνέλευση του Άστρους (1823), οι οπαδοί της ιδέας της δημιουργίας συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού ενισχύουν τη θέση τους περιορίζοντας, ταυτόχρονα, τη δύναμη όσων επιμένουν στη διατήρηση της ύπαρξης τοπικών κέντρων εξουσίας. Όμως, μετά την ένταξη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο νέο κυβερνητικό σχηματισμό από τη θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού, η πολιτική σύγκρουση μεταξύ κεντρικής διοίκησης και τοπικών φορέων εξουσίας μετατρέπεται σε αντιπαράθεση μεταξύ των φορέων της εκτελεστικής και αυτών της νομοθετικής εξουσίας.

     Γύρω από τους φορείς της εκτελεστικής εξουσίας – τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη – συσπειρώνονται – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και συγκεκριμένα των προκρίτων του Αιγίου Ανδρέα Λόντου και των Καλαβρύτων Ανδρέα Ζαΐμη, που τάσσονται αλληλέγγυοι με τον Μαυροκορδάτο – οι προύχοντες της Πελοποννήσου και οι τοπικοί στρατιωτικοί ηγέτες.

     Αντίθετα, γύρω από τους φορείς της νομοθετικής εξουσίας, του Βουλευτικού δηλαδή, συσπειρώνονται οι « ετερόχθονες » πολιτικοί, οι εκπρόσωποι των νησιών, οι οπλαρχηγοί της Στερεάς ( π.χ. Γκούρας, Καραϊσκάκης, Μακρυγιάννης ), καθώς και οι Σουλιώτες οπλαρχηγοί ( Κίτσος Τζαβέλας ).

     Η ρήξη των σχέσεων μεταξύ Εκτελεστικού και Βουλευτικού οδήγησε τελικά στον Εμφύλιο Πόλεμο του 1824.

     Τον Νοέμβριο του 1824 Ρουμελιώτες και Σουλιώτες οπλαρχηγοί ( με προεξάρχοντα τον Γκούρα ) εισέβαλαν στην Πελοπόννησο για να καταστείλουν την εξέγερση των εντόπιων προκρίτων και οπλαρχηγών, με τους οποίους είχαν συμπαραταχθεί πλέον και οι Ζαΐμης και Λόντος, και να εδραιώσουν με τη βία την κεντρική εξουσία που αμφισβητούνταν.

     Η στρατιωτική σύγκρουση κατέληξε στην ήττα των Πελοποννησίων και στη φυλάκιση των ηγετών τους, οι οποίοι, ωστόσο, στη συνέχεια αμνηστεύτηκαν σε μια προσπάθεια υπέρβασης των αντιπαραθέσεων, εμπέδωσης του εθνικού φρονήματος και συγκρότησης μιας νέας εθνικής – και όχι τοπικής πλέον – συλλογικότητας, αφού όμως προηγουμένως είχαν διαμορφωθεί νέοι συσχετισμοί πολιτικής δύναμης.

     Ο μόνος που πλήρωσε με τη ζωή του την εμφύλια διαμάχη ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο οποίος δολοφονήθηκε στην Ακρόπολη, αν και δεν είχε συμμετοχή στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν.

 

          *Ο Γιώργος Γκορέζης είναι υποστράτηγος ε.α. αρθρογράφος, συγγραφέας.

 

 

200 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Η απόβαση στη Σπλάντζα

14 Ιουνίου, 2021

 

 

Γράφει:OΓιώργοςΓκορέζης*
             Υποστράτηγος ε.α., αρθρογράφος, συγγραφέας

                  Τις μέρες που διαδραματιζόταν η μεγάλη καταστροφή του Πέτα (3 και 4 Ιουλίου 1822), δραματικά περιστατικά εξελίσσονταν και στην Σπλάντζα, σημερινή Αμμουδιά, ένα μικρό χωριό στις εκβολές του Αχέροντα.
Ο Μαυροκορδάτος που είχε την προεδρία του εκτελεστικού από τις αρχές του 1822 διαπίστωσε ότι θα ήταν προς όφελος των Ελλήνων να διατηρηθεί η αντίσταση των Σουλιωτών, που απασχολούσε μεγάλες τουρκικές δυνάμεις, και προσπάθησε να μεταφερθεί το θέατρο του πολέμου στην Ήπειρο, για να ανακουφιστούν οι περιοχές του Μοριά και της Ρούμελης.
                   Τη περίοδο εκείνη οι Σουλιώτες εμάχοντο ηρωικά στην Κιάφα και ζητούσαν επίμονα βοήθεια, αλλά μόλις στις 21 Ιουνίου ο Μάρκος Μπότσαρης ξεκίνησε για το Σούλι με χιλίους άνδρες. Στο δρόμο βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με ένα τουρκικό απόσπασμα από 3.000 ιππείς, τους οποίους αντιμετώπισε αποτελεσματικά. Αλλ’ ενώ συνέχισε το δρόμο του για το Σούλι, πήρε πληροφορίες ότι ο Γρίβας και ο Ίσκος είχαν κτυπηθεί από προφυλακές του Ομέρ Βρυώνη και διαλυθεί, και κατόπιν αυτού αποφάσισε να διακόψει την πορεία του προς το Σούλι και να επιστρέψει στην Πλάκα.
                     Στις 30 Ιουνίου πολυάριθμα σώματα από Γκέκηδες και Τόσκηδες τουρκαλβανούς ρίχτηκαν ορμητικά κατά των ελληνικών θέσεων στην Πλάκα. Οι Έλληνες τους απόκρουσαν καρτερικά επί τέσσαρες ώρες, αλλά κατέφθασαν ισχυρές ενισχύσεις από την Άρτα με τον Αχμέτ Βρυώνη. Η Τουρκική επίθεση συνεχίζετο αμείωτη επί ώρες, ώσπου τα ελληνικά σώματα άρχισαν να υποχωρούν άτακτα και επήλθε πραγματική καταστροφή. Ύστερα από την πανωλεθρία της Πλάκας μειώθηκε πλέον κάθε ελπίδα ότι ο ελληνικός Στρατός θα μπορούσε να ενωθεί με τους λίγους ηρωικούς Σουλιώτες, που εξακολουθούσαν την απεγνωσμένη άμυνα τους στην Κιάφα.
                        Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης είχε σταλεί από το Μαυροκορδάτο στα Ηπειρωτικά παράλια με δέκα πέντε υδραίικα πλοία, πεντακόσιους Μανιάτες και λίγους Μεσολογγίτες, για να ανοίξει από εκεί το δρόμο προς την Κιάφα, ανακουφίζοντας τους πολιορκημένους Σουλιώτες, μέχρι να φθάσει η βοήθεια. Στα μέσα Ιουνίου ο Κυριακούλης αποβιβάστηκε στο Μούρτο ( Σήμερα Σύβοτα ), και ύστερα από αντίδραση των Αγγλικών αρχών, προσορμίστηκε στην Σπλάντζα. Οι Σουλιώτες έστειλαν εκεί τον Λάμπρο Ζάρμπα για συνεννόηση, και αργότερα το Ζώη Πάνου και το Βασίλη Ζέρβα με εκατό άνδρες.
                   Εναντίον του οι τούρκοι πασάδες έστειλαν 3.000 τουρκαλβανούς, με επικεφαλής τον Κεχαγιάμπεη της Τριπολιτσάς, που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Έλληνες στις 23 του Σεπτέμβρη και είχε πρόσφατα απελευθερωθεί. Οι Έλληνες αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τους τούρκους, και τοποθέτησαν τους 120 Σουλιώτες του Πάνου και του Ζέρβα σε πρόχειρο τοίχο που κατασκευάστηκε εν τάχει κατά μήκος της ακτής, το Ζάρμπα με τους άνδρες του σ’ ένα πύργο που βρισκόταν στις εκβολές του ποταμού ώστε να χτυπήσει από κει το ιππικό, που υποχρεωτικά θα περνούσε το σημείο αυτό, και ο Μαυρομιχάλης με τους Μανιάτες έπιασε τη δεξιά πλευρά, μέχρι τα απόκρημνα βράχια της ακτής.
                   Στις 4 Ιουλίου 1822, μία ώρα πριν βγει ο ήλιος, εμφανίστηκαν απέναντι από την ακτή οι τούρκοι, που κινήθηκαν αθόρυβα τη νύχτα, και ήλπιζαν να αιφνιδιάσουν τους Έλληνες. Οι ελληνικοί εύστοχοι πυροβολισμοί κράτησαν τους τούρκους απέναντι από το μαντρότοιχο, και τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν προς στιγμή πίσω από το υπάρχον έλος. Η μάχη περιορίστηκε στους Σουλιώτες που βρίσκονταν πίσω από τον μαντρότοιχο και τους τουρκαλβανούς απέναντι, ενώ ούτε ο Ζάρμπας, που ήταν οχυρωμένος στον πύργο, μπορούσε να επέμβει, ούτε οι Μανιάτες που βρίσκονταν σε αρκετή απόσταση. Ο Κυριακούλης όμως δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του. Άρπαξε το γιαταγάνι του και καλώντας τους άνδρες του να τον ακολουθήσουν έτρεξε προς τον μαντρότοιχο για να βοηθήσει τους Σουλιώτες. Ο Κεχαγιάμπεης, βλέποντας την κρισιμότητα της κατάστασης, πήδησε στο άλογο του και ρίχθηκε στη μάχη, παρακινώντας τους άνδρες του να πηδήσουν το οχύρωμα των Μανιατών. Και καθώς οι δύο αρχηγοί έτρεχαν αντίθετα βρέθηκαν αντικριστά και αναγνωρίστηκαν, καθώς πολλές φορές βρέθηκαν αντιμέτωποι στο Μοριά. Εκείνη τη στιγμή ένα βόλι χτύπησε τον Κυριακούλη στην αριστερή μασχάλη και τον σώριασε στο χώμα. Οι σύντροφοι του τον τράβηξαν στις φίλιες γραμμές, όπου μετά από λίγο ξεψύχησε.
                   Οι Έλληνες μετά από αυτό κινδύνευαν σοβαρά, αν δεν συνέβαινε το ίδιο περιστατικό και στον αρχηγό των τούρκων. Μια σφαίρα χτύπησε καίρια τον Κεχαγιάμπεη καθώς βρισκόταν πάνω στο άλογο του και τον σώριασε στο χώμα. Ο θάνατος του κατατάραξε τους τούρκους, που από τη στιγμή αυτή σταμάτησαν τον πόλεμο και άρχισαν να μεταφέρουν από το πεδίο της μάχης τους νεκρούς και τους τραυματίες. Οι Μανιάτες πάλι μπάρκαραν στα πλοία τους και βγήκαν στο Βασιλάδι. Από κει μετέφεραν το νεκρό αρχηγό τους στο Μεσολόγγι, το οποίο τον κήδεψε με μεγάλες τιμές.
                    Η ατυχία της Σπλάντζας ήλθε ύστερα από την ήττα στο Κομπότι και την καταστροφή του Πέτα για να ολοκληρώσει την αποτυχία του Μαυροκορδάτου, που ήταν ο δημιουργός και κατηύθυνε την άστοχη εκστρατεία στην Ήπειρο. Οι διαδοχικές αποτυχίες των επιχειρήσεων στην Ήπειρο έκαμψε το ηθικό των αμυνομένων Σουλιωτών. Τα πράγματα τους οδήγησαν σε συνθήκη με τους τούρκους την 28 Ιουλ 1822 και εγκατάλειψη του Σουλίου για τα Επτάνησα, στις 2 Σεπ 1822. Οι Σουλιώτες και μαζί τους ο Κίτσος Τζαβέλας διέρρευσαν απ’ εκεί στα μέτωπα της Νότιας Ελλάδας, για να συνεχίσουν τον αγώνα εναντίον των τούρκων.

 *e-mail:ggorezis@yahoo.gr
 web : ggore.wordpress.com

 

Οι μάχες σε Κιάφα-Ναυαρίκο. Η καταστροφή στο Πέτα

24 Μαΐου, 2021

Γράφει:ΟΓιώργοςΓκορέζης*
e-mail:ggorezis@yahoo.gr
web : ggore.wordpress.com

                    Μετά την εξουδετέρωση και καταστροφή του Αλή Πασά, ο Χουρσίτ Πασάς κυρίευσε ολόκληρη την Ήπειρο, εκτός από το Σούλι. Αφού απέτυχαν οι προσπάθειες συμβιβασμού του με τους Σουλιώτες, ο Χουρσίτ αποφάσισε να αναβάλει τη κάθοδο του στη Νότια Ελλάδα, και να εκστρατεύσει εναντίον του Σουλίου με όλες του τις πολεμικές δυνάμεις, που υπερέβαιναν τους 14.000 πεζούς.
                    Οι Σουλιώτες μόλις κατόρθωσαν να αντιτάξουν χιλίους πολεμιστές. Τους διαίρεσαν σε τρία σώματα, και με αρχηγούς τους Νότη Μπότσαρη στο πρώτο Σώμα, Διαμαντή Ζέρβα στο Δεύτερο και τους Δράκο, Δαγκλή και Γούση στο τρίτο, κατέλαβαν το Στενό του Αγίου Νικολάου, τη διάβαση του Ζαβρούχου και τη διάβαση του Μαμάκου, απαγορεύοντας στον εχθρό να προσεγγίσει τον τόπο τους. Ο Νότης Μπότσαρης, δεχθείς ισχυρή πίεση του εχθρού, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον Αγ. Νικόλαο και να πιάσει θέσεις στα υψώματα πίσω από την Κιάφα. Ο Ζέρβας, πιεσθείς κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί, και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη διάβαση Ζαβρούχου. Ο Δράκος πρόλαβε να καταλάβει την περιτειχισμένη εκκλησία Αγίου Δονάτου στη θέση ράχη Κούγκι, μέχρι την οποία είχαν προχωρήσει οι εχθρικές δυνάμεις. Μετά από αιφνιδιαστική επίθεση του Δράκου,οι Τούρκο ετράπησαν σε φυγή.
                          Ο Χουρσίτ, που αφίχθηκε την επομένη μέρα, έδωσε διαταγή να κινηθεί όλος ο στρατός κατά του Ναυαρίκου και της Κιάφας. Στις 17 Ιουνίου 1822 ο Βρυώνης και ο Μουχουδάρης με 6.000 τουρκαλβανούς επιτίθενται στο Ναυαρίκο, ο δε Αλβανός αρχηγός Μπότας επιτίθεται στην Κιάφα. Ο Κίτσος Τζαβέλας διακρίνεται στις επιχειρήσεις για την άμυνα της Κιάφας, και ο Σ. Τρικούπης εκφράζει τον ηρωισμό των Σουλιωτών με τη παροιμιώδη φράση « Εάν η υπερέχουσα ανδρεία των Σουλιωτών δεν ήταν πανταχόθεν γνωστή, τα περί ων ο λόγος της εποχής αυτής κατορθώματα ήρκουν να το μαρτυρήσωσι ».                              Οι επανειλημμένες επιθέσεις των τούρκων προσκρούουν στον ηρωισμό των Σουλιωτών και αποτυγχάνουν. Ο Χουρσίτ αφήνει τον Ομέρ Βρυώνη γενικό αρχηγό της Ηπείρου και ο ίδιος γύρισε στην Λάρισα.
             Ο Μαυροκορδάτος που είχε την προεδρία του εκτελεστικού από τις αρχές του 1822 διαπίστωσε ότι θα ήταν προς όφελος των Ελλήνων να διατηρηθεί η αντίσταση των Σουλιωτών, που απασχολούσε μεγάλες τουρκικές δυνάμεις, και προσπάθησε να μεταφερθεί το θέατρο του πολέμου στην Ήπειρο, για να ανακουφιστούν οι περιοχές του Μοριά και της Ρούμελης. Στις 23 του Απρίλη ψηφίστηκε διάταγμα και συγκροτήθηκε ένα Σύνταγμα Πεζικού από πέντε Λόχους. Συγκροτήθηκε επίσης μια διλοχία από εκατόν είκοσι φιλέλληνες, όλοι σχεδόν αξιωματικοί, με διοικητή τον Ιταλό Συνταγματάρχη Αντρέα Δάνια. Οργανώθηκε ακόμη και μία πυροβολαρχία με δύο κανόνια και διοικητή το Γάλλο Συνταγματάρχη Ολιβιέ Βουτιέ. Αρχηγός δε και διοικητής ολόκληρου του τακτικού στρατού που επρόκειτο να εκστρατεύσει στην Ήπειρο τοποθετήθηκε ο Γερμανός Στρατηγός Κάρολος Νόρμαν.
                 Στις 22 του Μάη το Στράτευμα του Μαυροκορδάτου μπάρκαρε σε πλοία που θα τον μετέφεραν στο Μεσολόγγι, μαζί του δε πήρε το Μάρκο Μπότσαρη και τον Θοδωράκη Γρίβα, όπως επίσης και τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Στις 8 Ιουνίου έφθασε από το Μεσολόγγι στο Κομπότι Άρτας και κατασκήνωσε στην κορυφή του υψώματος. Ελάχιστοι τοπικοί αρχηγοί δέχτηκαν καθ’ οδό να τον ενισχύσουν, και τα σώματα τους, που δεν ξεπερνούσαν τις 3.000 άνδρες, στρατοπέδευσαν στην πλαγιά του Κομποτίου προς την Άρτα. Ο τουρκικός στρατός είχε στη διάθεση του πάνω από 15.000 πεζούς και αρκετό ιππικό.
                      Μετά από τουρκική επίθεση στο Κομπότι, που ήταν κατά κάποιο τρόπο αναγνωριστική κρούση, ακολούθησε γενικότερη αποφασιστική επίθεση κατά του ελληνικού Στρατοπέδου. Ο τακτικός στρατός και οι φιλέλληνες είχαν ταχθεί στις δύο λοφοσειρές, ανάμεσα από τις οποίες βρίσκεται το χωρίο Πέτα. Στο κέντρο της πρώτης σειράς τοποθετήθηκε ο τακτικός στρατός με τον Ταρέλλα, ενισχυμένος με δύο κανόνια και δέκα πυροβολητές. Η διλοχία των φιλελλήνων με το Δάνια έπιασε θέσεις στο αριστερό, που ήταν και το πιθανότερο σημείο τουρκικής επίθεσης. Στο δεξιό πήραν θέση οι Επτανήσιοι με τον Σπύρο Πανά. Στα υψώματα που βρίσκονταν πίσω από το χωριό έμειναν για εφεδρεία τα άτακτα ελληνικά σώματα, με το Βαρνακιώτη στο κέντρο, τον Μπότσαρη αριστερά και δεξιά τον Γώγο με τον Βλαχόπουλο, ενώ λίγο πιο πίσω έπιασαν θέσεις ο Ίσκος, ο Γάτσος και ο Δημοτσέλιος. Όλες αυτές οι δυνάμεις των Eλλήνων δεν ξεπερνούσαν τις 2.000, με το πολυαριθμότερο μέρος τα σώματα των ατάκτων, που ήταν εφεδρεία.
                      Ο στρατός αυτός έμεινε ανοχύρωτος, επειδή οι φιλέλληνες και οι τακτικοί που είχαν ταχθεί στην πρώτη σειρά, θεωρούσαν ταπεινωτικό για τον ηρωισμό τους να χτίσουν ταμπούρια, όπως έκαναν τα άτακτα πολεμικά σώματα. Ο οπλαρχηγός Γώγος εις μάτην υπέδειξε και στον αρχηγό των φιλελλήνων και στον αρχηγό του τακτικού Συνταγματάρχη Ταρέλλα να οχυρωθούν. Πήρε την απάντηση: « Ξέρουμε και εμείς να πολεμάμε καπετάν Γώγο! ».
                   Η Τουρκική επίθεση άρχισε με κρούση στο Κομπότι. Τη νύχτα της 3ης προς 4η Ιουλίου, τουρκικός στρατός από 8.000 άνδρες βγήκε από την Άρτα με αρχηγούς τους πασάδες Μεχμέτ Ρεσίτ και Ισμαήλ Πλιάσα. Μονάδες του τουρκικού στρατού τράβηξαν προς το Κομπότι, ενώ η κύρια δύναμη κατευθύνθηκε στο Πέτα. Λίγο πριν ξημερώσει ο τουρκικός στρατός, με πρωτοπορία το ιππικό, κινείται κυκλωτικά προς τις γραμμές των φιλελλήνων.
                  Ο αγώνας για κάθε σπιθαμή εδάφους παίρνει άγρια μορφή. Οι ντελήδες ορμούν κατά των πυροβολητών, που με κανένα τρόπο δεν εγκαταλείπουν τα πυροβόλα τους. Δίπλα τους οι τακτικοί στρώνονται στο έδαφος κατακρεουργημένοι από τις σπάθες του ιππικού, τους αντικαθιστούν οι επόμενοι, που πέφτουν και αυτοί νεκροί. Οι Επτανήσιοι επίσης, συσπειρωμένοι γύρω από τους αρχηγούς τους, μπαίνουν και αυτοί στο μακάβριο χορό, προξενούν σημαντικές απώλειες στα μαινόμενα στίφη των Τουρκαλβανών, αλλά τελικά, ο ένας μετά τον άλλο στρώνονται νεκροί στο έδαφος. Οι Τούρκοι κατορθώνουν να διασπάσουν τις γραμμές των τακτικών και να διασκορπίσουν τους ηρωικούς αυτούς μαχητές. Θα σκοτώνονταν όλοι αν δεν κατέφθανε ο οπλαρχηγός Γώγος με τους άνδρες του, που κτύπησαν τους τούρκους και διευκόλυναν την διαφυγή τους. Ανάμεσα τους σοβαρά τραυματισμένος και ο στρατηγός Νόρμαν.
                     Τραγικότερη η θέση των φιλελλήνων, που απομονώθηκαν στο Πέτα. Ο Συνταγματάρχης Δάνιας, βλέποντας ότι ο αγώνας ήταν άνισος, έδωσε εντολή για υποχώρηση προς το Κομπότι, βλέποντας όμως ότι πέφτει πάνω σε μεγάλη δύναμη τούρκων, ξαναγυρίζει προς το Πέτα. Οι φιλέλληνες, πιεζόμενοι τώρα από όλα τα μέρη, δεν σκέφτονταν πλέον παρά πως θα πουλήσουν ακριβότερα τη ζωή τους. Σκηνές άφθαστου ηρωισμού και δραματικού μεγαλείου ακολουθούν. Είκοσι Τόσκηδες ρίχνονται συγχρόνως κατά του Συνταγματάρχη Δάνια, τον ανατρέπουν, τον κτυπούν όλοι μαζί, και του παίρνουν το κεφάλι. Έντεκα Πολωνοί με τον αξιωματικό Μαρζέφσκι, έχοντας εξαντλήσει τα πυρομαχικά τους, ανεβαίνουν στη στέγη μιας εκκλησίας. Οι τούρκοι ανεβαίνουν στην εκκλησία, και ο αγώνας συνεχίζεται σώμα προς σώμα, με τις γροθιές και τα δόντια. Τελικά και οι δώδεκα Πολωνοί σκοτώθηκαν, αφού έστρωσαν το έδαφος γύρω τους με τουρκικά κορμιά. Ο Γάλλος λοχαγός Μονιάκ, τραυματισμένος στην κνήμη, στηρίζεται στον κορμό μιας ελιάς, όταν ολόκληρο μπουλούκι ρίχνεται εναντίον του. Θέλουν να τον παραδώσουν ζωντανό στον Πασά, υπολογίζοντας ότι θα πάρουν γερό μπαξίσι. Όμως οι φοβεροί σπαθισμοί του Μονιάκ ρίχνουν τους τούρκους γύρω του στο χώμα, με κραυγές λύσσας και πόνου. Τότε κάποιος πηγαίνει πίσω του και τον πυροβολεί από τα νώτα. Και τότε οι τουρκαλβανοί ρίχνονται πάνω του και του παίρνουν το κεφάλι.
                    Τώρα οι περισσότεροι φιλέλληνες κείτονται άψυχοι στο πεδίο της μάχης. Μόνο δύο λοχαγοί, ο Γερμανός Χέλμαν και ο Βέλγος Ανναί, μ’ όλο που είναι τραυματισμένοι, κατορθώνουν με είκοσι πέντε άλλους, να ανοίξουν δρόμο με τα σπαθιά, και να προχωρήσουν προς ορεινή διάβαση που ήταν αφύλακτη. Και την τραγικότερη τύχη είχαν όσοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Φορτώθηκαν τα κεφάλια των σκοτωμένων συντρόφων τους και τα μετέφεραν στην Άρτα.
                     Η τύχη του ελληνικού στρατού στο Κομπότι και το Πέτα ήταν κάτι πολύ σοβαρότερο από μια απλή ήττα. Τα δύο τρίτα από το σώμα των φιλελλήνων και ο αρχηγός τους, οι μισοί από τους Επτανησίους, καθώς και το τρίτο του τακτικού στρατού με το Συνταγματάρχη του έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ενώ τα άτακτα σώματα διαλύθηκαν και σκορπίστηκαν. Έτσι η εκστρατεία της Ηπείρου κατέληξε σε ολοκληρωτική καταστροφή.-

*Ο Γιώργος Γκορέζης είναι υποστράτηγος ε.α., αρθρογράφος, συγγραφέας.

200 Χρόνια Ελευθερίας-Το Σούλι, προπύργιο του Ελληνισμού και στρατιωτικό σχολείο του γένους

23 Απριλίου, 2021

Γράφει : Ο Γιώργος Γκορέζης *

e-mail  : ggorezis@yahoo.gr

web      :ggore.wordpress.com

Η πιο μεγάλη αρετή της ιστορίας είναι η δικαιοσύνη . Πιστεύω ότι ολόκληρη η αλήθεια του ξεσηκωμού του Γένους δεν γράφηκε. Η ακριβής εκτίμηση προσώπων και πράξεων δεν συντελέστηκε.

Ο βράχος του Σουλίου, του αθάνατου κατά τον Παπαρηγόπουλο Σουλίου , εμάχετο δεκαετίες στο βορά, πριν γίνει έρημος βωμός του ηρωισμού, και αργότερα απασχολεί μετά του Αλή Πασά όλη τη τουρκική δύναμη της Ηπείρου και της Αλβανίας. Η συμμαχία του Σουλίου με τον Αλή συμπαρασύρει τους Αλβανούς σε συμμαχικό επί έτος αγώνα κατά των Τούρκων από το Δεκ. 1820 , πράγμα που γίνεται λόγω μεν υπέρ του Αλή, έργω δε υπέρ της Ελληνικής Επαναστάσεως. 

Οι αγωνιστές του Σουλίου υπήρξαν στρατιώτες του έθνους, υπήρξαν ασπίδα του. Αγωνίστηκαν μέχρι τελευταίας πνοής και έπεσαν ηρωικά. Έπαθαν ότι παθαίνουν οι προπομποί των στρατών. Μόνον όταν το Σούλι έπεσε, μόνο τότε ήλθαν οι στρατοί του Σουλτάνου ακωλύτως στη Πελοπόννησο.   

Σήμερα, ο αντίλαλος της ιστορίας ξαναλέει τα ονόματά των αγωνιστών. Ο απόηχος του μύθου ξαναθυμίζει τις ανδραγαθίες τους. Ο προβολέας του θρύλου ξαναφωτίζει τις μορφές τους. Του δημοτικού τραγουδιού ο αχός ανανεώνει την υστεροφημία τους.

Σήμερα οι πολεμίστρες του Τζαβελαϊικου σιγομιλάνε :

 « Εάν ο υιός μου δεν μένει ευχαριστημένος να αποθάνει δια την πατρίδα του, αυτός δεν είναι άξιος να γνωρίζεται ως υιός μου», ακούεται η φωνή του Λάμπρου για το γιό του Φώτο, αιχμάλωτο του Αλή. Και η τραγική μάνα Μόσχω, συμπληρώνει : « Το παιδί μου είναι παιδί του Σουλιού. Και σαν γλυτώσει το Σούλι, γλυτώνει και το παιδί μου, και σαν χαθεί το Σούλι, ας χαθεί και το παιδί μου, και εγώ η ίδια».

Σήμερα φεγγοβολάει μπροστά μας η αστραπή της λεβεντιάς του καλόγερου Σαμουήλ στους αγώνες κατά του Αλή, και αχεί η βροντή που ανατίναξε το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής,12 Δεκ 1803. Είναι η ίδια φωτιά που έκαψε αργότερα πολλούς ιεράρχες μας, τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Παπαφλέσσα, τον Δεσπότη της Σμύρνης Χρυσόστομο.

Εκείνη η φωτιά στις 12 Δεκ 1803 έκανε τους τουρκαλβανούς να προδώσουν τους όρους της συνθήκης και να ξεσπιτώσουν τους Σουλιώτες. Κι ενώ το Σώμα του Τζαβέλα φτάνει στη Πάργα, το Σώμα του Μπότσαρη και του Κουτσονίκα χτυπιόνται άνανδρα. Την ίδια στιγμή εξήντα ατρόμητες Σουλιώτισσες αντιτάσσουν στην ατιμία των τουρκαλβανών το χορό του θανάτου, για να μείνουν αιώνιες.

Ο χορός τους, χορός λευτεριάς και αξιοπρέπειας, δεν έκλεισε. Τον έσυρε στις 19 του  Δεκέμβρη και η Δέσπω, που με τις εφτά θυγατέρες και νύφες της θυσιάστηκε στο Πύργο του Δημουλά. Τον έσυραν και οι λοιπές Σουλιωτοπούλες, που έπεσαν αργότερα στο Μοναστήρι του Σέλτσου.  Όλες τους, ενσάρκωναν αγέρωχα την ιδέα της Ελευθερίας, που μετρούσε με βιά τη σκλαβωμένη τούτη Γη, φοβερή και στην όψη της, φοβερή και στου σπαθιού την κόψη. 

Στα αγαπημένα τους βράχια προσβλέπουν οι Σουλιώτες, και επανέρχονται, όταν αργότερα σπρώχνονται στις τάξεις του Αλή. Γράφει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος : « Συνωμολογήθη η συμμαχία και την 3η Δεκεμβρίου 1820 εγκατέλιπον οι Σουλιώται το Οσμανικό στρατόπεδο, ουχί βεβαίως ίνα σώσωσι τον Αλήν, αλλ’ ίνα δώσωσι το σύνθημα της μεγάλης σύμπαντος του Έθνους Επαναστάσεως ». Και θεωρήθηκε η 12η Δεκεμβρίου 1820 από τον Κ. Παπαρηγόπουλο και από άλλους σοβαρούς ιστορικούς σαν η αληθινή ημερομηνία που άρχισε η Ελληνική Επανάσταση.

Το Σούλι ήταν παγκόσμια γνωστό σαν ο τόπος των θρύλων. Στο βράχο του ήλθαν και εγκαταστάθηκαν, πριν πάνω από διακόσια χρόνια, πολλοί από τους Έλληνες, που εφλέγοντο από τον πόθο της Λευτεριάς. Αποτέλεσε εστία στρατιωτικής αλκής. Η ψυχή του Γένους περιέσωσε εδώ ψηλά, σε απροσπέλαστο άδυτο, ανόθευτη τη σταγόνα του Ελληνικού αίματος, αμόλυντο το κύτταρο του Ελληνικού πνεύματος.

Δεν υπάρχει κατανυκτικότερο ιστορικό μυστήριο από τη μετεώριση της ιστορίας σε θρύλο. Δεν υπάρχει ωραιότερη ιστορική πραγμάτωση από την υλοποίηση του θρύλου σε ιστορία. Εδώ στο Σούλι ξαναζωντάνεψε ο Ελληνικός μύθος, που θέλει τους Σουλιώτες απόγονους του γένους των αρχαίων Ηρακλειδών :

« Ίσως μένει εκεί πέρα κάποιος σπόρος κρυμμένος

Πού θα δείξει αν δεν είναι Ηρακλείδικο γένος »,

Τραγούδησε ο Λόρδος Βύρων για το Σούλι.

Η φήμη των Σουλιωτών είχε διαδοθεί απ’ άκρου σ’ άκρο της Ευρώπης και ενθουσίαζε ποιητές και λαογράφους. Ο κόμης Πέκιο που τους επισκέφθηκε λέει : « Είδα τους περήφανους Γρεναδιέρους του Ναπολέοντα και τις περήφανες Αγγλικές φρουρές. Μα μου φαίνεται πως οι Σουλιώτες ξεπερνούν και εκείνους και αυτούς ». Η Ρωσία στους ανδρείους Σουλιώτες ητένιζε, και τους εδέχετο στην αυλή της με μεγάλες τιμές, σαν εκπροσώπους ελεύθερου και ανεξάρτητου κράτους.

Ο Ι. Λαμπρίδης γράφει : « Οι Σουλιώτες ήταν λαός αδούλωτος και φιλοπόλεμος. Πείσμονες, τραχείς, τολμηροί, περιεφρόνουν την άνεση, τη πολυτέλεια, και μάλιστα τη δειλία, και τιμούσαν την ανδρεία και πάσαν αρετή προσιδιάζουσα εις τους πολεμικούς και τους γενναίους. Η ανεξαρτησία τους και η αγάπη της πατρίδος ήταν θεμέλιο της ζωής τους, και κατέστησαν το Σούλι Προπύργιο του Ελληνισμού και Στρατιωτικό Σχολείο του Γένους ».

Οι αγωνιστές του Σουλίου με τη λαχτάρα τους για την Ελευθερία έδειξαν την αξία που έχει για τη ζωή τους το ύψιστο αυτό αγαθό. Έκαναν κανόνα και βίωμα της ζωής τους τη γνωστή προτροπή του Περικλή προς τους Αθηναίους: « Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δε ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες, μη παροράσθε τους πολεμικούς κινδύνους ». Το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα ξύπνησε μέσα τους, και οσάκις το Ελληνικό πνεύμα μεγαλουργεί, κάνει αρχαίους και νέους ήρωες να συμβαδίζουν, και να δημιουργούν ιστορικούς σταθμούς για ολόκληρη την ανθρωπότητα.  

Οι Σουλιώτες ανεβαίνουν σε απάτητες βουνοκορφές για να αποφύγουν τους διωγμούς του κατακτητή προς τους έλληνες  χριστιανούς της περιοχής, που εντάθηκαν μετά την εξέγερση του επισκόπου Διονύσιου του φιλοσόφου. Οργανώνουν εκεί ιδιότυπη κοινοβιακή πολιτεία και χαλκεύουν μαζί, υλικό και ηθικό εξοπλισμό. Διάγουν ελεύθερη, αλλά σκληρή στρατιωτική ζωή. Αγωνίζονται στο πήδημα, στο λιθάρι, στο τρέξιμο, στις ομάδες. Και έχουν δημοκρατία, όπως και ιεραρχία, βαθμούς, άγραφους και όμως αυστηρότατους κανονισμούς. Μάχες και θάνατοι είναι οι καθημερινές τους ασκήσεις. Και καλό βόλι η συνηθισμένη ευχή. 

Η λιτότητα και η σεμνότητα βίου, η γνώση του εδάφους και η άσκηση στη βολή, έγινε το παράδειγμα και για τους λοιπούς αυριανούς μαχητές της εθνικής μας ανεξαρτησίας. Χάρις στη παράδοση αυτή, που κληροδοτήθηκε σε αρματωλούς και κλέφτες, κατόρθωσε το δουλωμένο έθνος να ετοιμάσει πλήθος εμπειροπόλεμα παλικάρια, που με το γιαταγάνι στο πλευρό, με το καριοφίλι στο χέρι, ξεφύτρωναν πολεμόχαρα, ορμητικά για το γιουρούσι, καρτερικά για την άμυνα, με την ευχή καλό βόλι στο στόμα, με το όραμα της ελεύθερης Ελλάδος στα μάτια.-

Ο Γιώργος Γκορέζης είναι υποστράτηγος ε.α., αρθρογράφος, συγγραφέας.

2oo χρόνια ελευθερίας. Οι αγώνες για τη δόξα του Μεσολογγίου. Η ηρωική έξοδος

27 Μαρτίου, 2021

Γράφει ο Γιώργος Γκορέζης*

e-mail : ggorezis@yahoo.gr

web     : ggore.wordpress.com 

Ο Ιμπραήμ αποβιβάζεται στο Κρυονέρι

Ο σουλτάνος, αφού μάταια περίμενε αποτέλεσμα από την πολιορκία του Κιουταχή στο Μεσολόγγι, αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια του αιγυπτίου στρατάρχου. Ο Ιμπραήμ πρόθυμα ανταποκρίθηκε στην επιθυμία του σουλτάνου, και στις 20 Δεκεμβρίου του 1825 αποβιβάστηκε στο Κρυονέρι με οκτώ χιλιάδες τακτικό στρατό και έξι χιλιάδες ατάκτους. Έχει ακόμα σαράντα όλμους και πολλά κανόνια με Γάλλους πολυβολητές. Με περιφρόνηση αντικρίζει ο περήφανος στρατάρχης το Μεσολόγγι και τον Κιουταχή, και του πετά κατάμουτρα, πως μπόρεσε να σταματήσει οχτώ μήνες έξω από αυτόν το φράχτη!

Η τακτική του Ιμπρήμ προοιωνίζεται γενική επίθεση, γι’ αυτό και οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου, με την αποκτημένη πλέον πολύτιμη πολεμική τους πείρα, οργανώνονται ανάλογα. Ένα σώμα από 250 εκλεκτούς μαχητές με κεφαλή τον Κίτσο Τζαβέλα αναλαμβάνει τον ρόλο ταχυκίνητης δύναμης « κομάντος », με αποστολή να σπεύδει στα σημεία όπου θα εκδηλώνεται αιφνιδιαστικά το βάρος της εχθρικής επίθεσης.

Ο Ιμπραήμ σε λίγες μέρες διατάζει μεγάλη επίθεση. Ύστερα από τρομερή μάχη οι αραπάδες του κατορθώνουν να κυριεύσουν το εξωτερικό οχυρό του Μπότσαρη. Αλλά το πρωί οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου, με θυελλώδη επίθεση τους εξαναγκάζουν να το εγκαταλείψουν.

Οργισμένος ο Ιμπραήμ επιχειρεί καινούργια επίθεση. Το οχυρό κυριεύεται και πάλι. Οι Έλληνες όμως στο μεταξύ το έχουν υπονομεύσει, και το τινάζουν στον αέρα, μαζί με τους αιγυπτίους. Ο σφοδρός βομβαρδισμός του Μεσολογγίου είναι αδιάκοπος, και ο Ιμπραήμ θέλοντας να εκμεταλλευθεί τον ψυχολογικό παράγοντα προτείνει όρους παράδοσης στους αμυνόμενους. Συγκαλείται έκτακτο πολεμικό συμβούλιο για να εξετάσει τις προτάσεις του εχθρού. Ο γέρο Νότης Μπότσαρης , παλαίμαχος αγωνιστής των Σουλιώτικων πολέμων εναντίον του Αλή Πασά, παίρνει το λόγο : « Να βαστάξουμε, λέει. Ένα χρόνο τώρα χύνουμε το αίμα μας και κερδίσαμε την υπόληψη μας. Συμφωνίες ότι ώρα θέλουμε τις κάνουμε από δική μας πρωτοβουλία ».

Η μάχη της Κλείσοβας

Από τα μέσα Φεβρουαρίου οι συνθήκες διαβίωσης των πολιορκημένων στο Μεσολόγγι επιδεινώθηκαν ακόμα περισσότερο, παρά τη γενναιότατη αντίσταση τους, τις φονικές συγκρούσεις και τη δυναμικότατη Σουλιώτικη δράση. Στις 25 Μαρ 1826 ο Κιουταχής επεχείρησε να καταλάβει το μικρό νησί Κλείσοβα, που το υπεράσπιζαν 130 μόνο άνδρες.

Ενώ ο βομβαρδισμός των πολιορκημένων συνεχίζεται σφοδρός και στολίσκος πλοιαρίων φαίνεται ότι κινείται εναντίον τους, ο τουρκικός στολίσκος έκανε απότομα στροφή και κατευθύνθηκε προς τη Κλείσοβα. Αμέσως ο Κίτσος Τζαβέλας επιβιβάστηκε σε μικρό πλοιάριο με 8 συντρόφους του και αποβιβάστηκε πρώτος στην Κλείσοβα. Η παρουσία του ενίσχυσε το ηθικό της μικρής φρουράς, που ως το μεσημέρι απέκρουσε 6 αλλεπάλληλες εφόδους. Τις επιχειρήσεις διηύθυνε ο ίδιος ο Κιουταχής, που πληγώθηκε στο πόδι. Το μεσημέρι οι τουρκικές δυνάμεις απεχώρησαν αφήνοντας 1000 νεκρούς, και στον αγώνα μπήκαν τρία νέα Συντάγματα Αιγυπτίων με αρχηγό τον τρομερό Χουσείν μπέη. Παρ’ όλο το σφοδρό τουρκικό πυρ, οι επιτιθέμενοι έμειναν καθηλωμένοι στην ακτή με μεγάλες απώλειες. « Σωροί πτωμάτων και λέμβοι είχαν γίνει ένα μίγμα », γράφει ο Κασομούλης.

Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι το σούρουπο που σκοτώθηκε ο Χουσείν, ο δε θάνατος του προκάλεσε πανικό. Τότε όρμησαν στην Κλείσοβα με πλοιάρια και οι άλλοι άνδρες του Τζαβέλα. Κατά τη διάρκεια της μάχης εχθρική σφαίρα έσπασε το σπαθί του Τζαβέλα, ο οποίος στη συνέχεια το αφιέρωσε στην εικόνα της Παναγίας του ναού Αγίας Τριάδος στο νησάκι. Πάνω από 1200 είναι τα πτώματα των Αιγυπτίων μπρος από τα χαρακώματα της Κλείσοβας. Η δόξα του Κίτσου Τζαβέλα ταξίδεψε σ΄όλη την επαναστατημένη Ελλάδα.

Ο Παραμυθιώτης οπλαρχηγός Ζώης Πάνου που έλαβε μέρος στη μάχη της Κλείσοβας έγραψε για την σημασία της : « Η μάχη της Κλείσοβας πρέπει να θεωρηθεί ανωτέρα των Θερμοπυλών…. , κάμνοντες την εξής παρατήρησιν :  Η Μάχη των Θερμοπυλών έγινε από τριακοσίους…… Οι Έλληνες της Κλείσοβας ήταν μόνον εκατόν υπό την οδηγίαν του Κίτζου Τζαβέλα, επολέμησαν από την αυγήν έως το εσπέρας με είκοσι χιλιάδας Οθωμανών, τους οποίους έτρεψαν οπίσω. Ός τις αγαπά άς κάμει την αναλογίαν ».

Η Έξοδος

Ό,τι δεν μπόρεσαν να κάνουν τα όπλα και τα αλλεπάλληλα κύματα των εχθρικών επιθέσεων άρχισε να το κάνει αργά και ύπουλα η πείνα. Από τα μέσα Φλεβάρη τα τρόφιμα είχαν εξαντληθεί. Άρχισαν να σφάζουν τα μεταφορικά ζώα, αποσκελετωμένα κι αυτά, άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια. Στο τέλος του Φλεβάρη ήλθε η σειρά των σκυλιών και των γατιών, και αργότερα των αρουραίων.

Στο τέλος Φλεβάρη φυγαδεύεται κρυφά μια αντιπροσωπεία να πάει στο Ανάπλι και να ζητήσει άμεση βοήθεια από την κυβέρνηση. Έφτασαν στη περίφοβη και πτοημένη κυβέρνηση, και το πρώτο πράγμα που τους ρώτησαν οι ασυνείδητοι πολιτικάντηδες ήταν : « Με ποιόν είστε σεις εκεί κάτω, με τον Κωλέτη ή το Μαυροκορδάτο »;  « Εμείς δεν ξέρουμε τέτοια πράγματα εκεί πάνω. Πολεμάμε μονάχα τον εχθρό », αποκρίθηκαν με οργή και αγανάκτηση. Δεν βάσταξαν και άρχισαν τις φωνές : « Φεύγουμε, λένε, και βροντοφωνάζουμε πως η κυβέρνηση αφήνει αβοήθητο το πολιορκημένο και πεινασμένο Μεσολόγγι ».

Η κυβέρνηση τρέμοντας τη μελλοντική οργή του έθνους βγάζει από τη κάσσα της 200000 γρόσια και τους τα παραδίδει. Τα παίρνει ο Σπυρομήλιος, που μετέχει στην επιτροπή, και φεύγει βιαστικά για την Ύδρα να ναυλώσει καράβια να μεταφέρουν εφόδια στο Μεσολόγγι. « Είναι λίγα τα λεφτά, λένε εκείνοι, δεν μπορούμε ». Με τα πολλά ο Σπυρομήλιος κατόρθωσε να κινήσει λιγοστά καράβια με πολεμοφόδια, και ένα καράβι παξιμάδια. Ποτέ δεν έφτασαν στο Μεσολόγγι. Ήταν πολύ στενός ο ναυτικός αποκλεισμός του Μεσολογγίου.

Τα γεγονότα εξελίσσονταν ραγδαία, και όταν οι πολιορκημένοι, που αντιμετώπιζαν παντελή έλλειψη τροφίμων, ξεπέρασαν κάθε όριο αντοχής, αποτόλμησαν το δεύτερο Ζάλογγο, την ηρωική έξοδό , που σφράγισε τη λαμπρή αυτή σελίδα της Ελληνικής ιστορίας. Τη νύχτα της 10/11 Απριλίου 1826 η έξοδος του Μεσολογγίου ήταν γεγονός. Το τίμημα της εξόδου ήταν βαρύτατο και στοίχισε 1700 νεκρούς. Από τις γυναίκες 13 μόνο γλίτωσαν το θάνατο, κι’ αυτές ήταν Σουλιώτισσες.

Η απόφαση της εξόδου δεν ήταν μια απεγνωσμένη προσπάθεια απαγκίστρωσης και φυγής. Ήταν μελετημένη και συνδυασμένη επιχείρηση αιφνιδιασμού και καταστροφής των πολιορκητών. Αρχηγοί των τριών επιθετικών φαλάγγων : Ο Νότης Μπότσαρης, ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Δ. Μακρής. Διασώθηκαν και οι τρεις.

Δυστυχώς το σχέδιο της εξόδου είχε προδοθεί από δραπετεύσαντα νεαρό Βούλγαρο αιχμάλωτο. Στην έξοδο και μέσα στη σύγχυση που επακολούθησε οι συγκρούσεις πήραν τη μορφή ανελέητης σφαγής εκ του συστάδην. Σκοτώθηκαν επί τόπου ο βουλευτής Ι. Παπαδιαμαντόπουλος, ο Μάγερ με την ελληνίδα γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους, ο Ραζηκώτσικας, ο Στουρνάρης και άλλοι οπλαρχηγοί. Διασώθηκαν ο Νότης Μπότσαρης, ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Μακρής, ο Παν. Σωτηρόπουλος, ο Κασομούλης. Ο ήρωας της Κλείσοβας Παν. Σωτηρόπουλος κατόρθωσε να διακρίνει ανάμεσα στο συνωστισμό των κατασφαζομένων γυναικόπαιδων τη μνηστή και κατόπιν σύζυγο του Κίτσου Τζαβέλα. Την ανέβασε στο άλογο του και σώθηκε μαζί της, για να σκοτωθεί αργότερα, το σεμνό παλικάρι, στην πολιορκία των Αθηνών.

Η πρώτη εντύπωση από την πτώση του Μεσολογγίου ήταν ότι χάθηκε πλέον το πάν. Αλλά ο αντίκτυπος ήταν αναστάσιμος, σωτήριος. Το παράδειγμα του Μεσολογγίου, αναζωπύρωσε το πατριωτικό σθένος. Καταλάγιασε την εθνοφθόρο διχόνοια που είχε παραλύσει την ιερή προσπάθεια . Ανόρθωσε το εθνικό ηθικό. Όταν το μήνα Μάιο του 1826 έφταναν στο Ναύπλιο σκελετωμένα και μπαρουτοκαπνισμένα τα λείψανα της Φρουράς του Μεσολογγίου, 2.000 άνδρες είχαν απομείνει, άλλοι τόσοι είχαν σκοτωθεί, ρίγη συγκίνησης διέτρεχαν τον πληθυσμό. Τους θαύμαζαν και τους έφλεγε η επιθυμία να τους μιμηθούν, να αποκτήσουν κι΄ εκείνοι τη δόξα τους. Οι δυνάμεις του γένους αξιοποίησαν εκείνη τη κρίσιμη ώρα τη θυσία του Μεσολογγίου, και η ελευθερία άνοιξε και πάλι τα φτερά της πάνω από τη ρημαγμένη χώρα.-

Πηγή: Web : ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΟΡΕΖΗΣ – Ο ΚΙΤΣΟΣ ΤΖΑΒΕΛΑΣ

*Ο Γιώργος Γκορέζης είναι υποστράτηγος ε.α., αρθρογράφος, συγγραφέας

Η ισότητα των φύλων

6 Μαρτίου, 2021

Γράφει ο Γιώργος Γκορέζης*
e-mail : ggorezis@yahoo.gr
Web : ggore.wordpress.com

Ο φεμινισμός στις ημέρες μας δίνει έμφαση στη βιολογική διαφορά και παρουσιάζει τη γυναίκα σαν θύμα της κοινωνίας. Ο φεμινισμός αυτός της θυματοποίησης της γυναίκας παρουσιάζει τον άνδρα στο ρόλο του εξουσιαστή – βασανιστή. Είναι ένα είδος νέου φεμινισμού, που όμως έχει πάρει λάθος δρόμο, υποστηρίζει παλιές απόψεις και οδηγεί σε οπισθοδρομικό πουριτανισμό.
Το θέμα δεν αφορά μόνο το άλλο μισό, αλλά το σύνολο του ουρανού που μας περιβάλλει, με τα φωτεινά του σημεία αλλά και τις πολλές γκρίζες του ζώνες. Επιρρεπής σε μυθεύματα και παράδοξα , όπως και σε καθησυχαστικά και τακτοποιημένα μέσα στην επαναστατικότητα τους οράματα, ο φεμινισμός προσφέρεται για συνεχή κρίση και επαναξιολόγηση.
Όλοι οι σοβαροί κοινωνιολόγοι παραδέχονται ότι κάτι δεν πάει καλά σήμερα με τους άνδρες και τις γυναίκες. Η σεξουαλική διαφοροποίηση γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτη, και τα περί ισχυρού ανδρός στερεότυπα κατακρημνίζονται. Οι πιο « αρρενωπές » σήμερα γυναίκες και οι πιο « θηλυκοί » άνδρες έχουν δυσχέρεια στην οικοδόμηση μιας ταυτότητας στη βάση των παραδοσιακών στερεοτύπων, που είχαν κάποτε τη χάρη να είναι ξεκάθαρα.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια το παγκόσμιο φεμινιστικό ρεύμα, σε πλήρη αντιστοιχία με την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, κάνει αισθητή την παρουσία του στα αριστερά και τα δεξιά κόμματα, προωθώντας δύο βασικές προτάσεις : Ότι οι γυναίκες είναι θύματα των ανδρών και χρειάζονται προστασία. Ότι οι γυναίκες έχουν ουσιαστικές διαφορές από τους άνδρες και η ισότητα των δύο φύλων απαιτεί τη συνειδητοποίηση αυτής της διαφοράς.
Αυτές οι δύο αρχές θριαμβεύουν και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, και σκιαγραφούν ένα μοντέλο σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων. Συνιστούν μια άποψη για την ισότητα, της οποίας τις συνέπειες πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψιν. Και δεν πρέπει να αυταπατόμαστε. Οι σχέσεις ανδρών και γυναικών δεν έχουν καθόλου προοδεύσει τα τελευταία χρόνια. Τουναντίον το περιεχόμενο της διαμάχης έχει χειροτερεύσει. Τα δύο φύλα θεωρούν ότι το ένα είναι θύμα του άλλου, με τη διαφορά ότι οι γυναίκες μιλούν ανοιχτά ενώ οι άνδρες μουρμουρίζουν.
Οι γυναίκες βλέπουν διαρκώς την άνιση κατανομή εξουσιών και καθηκόντων. Και οι άνδρες αισθάνονται απογυμνωμένοι από κάθε ιδιαιτερότητα και αποδέκτες αντιφατικών προσδοκιών. Τους ζητούν να διατηρήσουν τις αρετές των παππούδων τους ( προστατευτική δύναμη, θάρρος, αίσθηση των ευθυνών ) και παράλληλα να αποκτήσουν εκείνες των γιαγιάδων τους ( κατανόηση, τρυφερότητα, συμπόνια ). Μια πλήρης σύγχυση της ταυτότητας των ανδρών, έναντι γυναικών που συμπεριφέρονται σαν άνδρες του παρελθόντος, επιβάλλοντας δηλαδή τη θέληση τους.
Ο φεμινισμός όπως αναπτύσσεται τελευταία δημιουργεί ιδεολογία, και επιβάλλει τον τρόπο σκέψης του σε ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, και τους προστατευτικούς του νόμους στις πολιτικές συλλογικές αποφάσεις ( ισότιμη εκπροσώπηση στην πολιτική ή το πατρώνυμο κ.λ.π.). Αν προσθέσουμε το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι νόμοι είχαν τη μεγάλη στήριξη των ΜΜΕ δημιουργείται η αίσθηση στο άλλο στρατόπεδο ότι οι γυναίκες δεν είναι και τόσο αδύναμα θύματα, όσο τους αρέσει να λένε. Και αν ακόμα αγνοήσει κανείς το επικείμενο τέλος των αβάσιμων προνομίων τους, η καταστολή των ηθών που αφορούν στη σεξουαλική συμπεριφορά, και η διάχυτη αίσθηση συλλογικής ενοχής του ανδρικού φύλου, γίνονται όλο και λιγότερο ανεκτά από τους άνδρες.
Τελευταία στατιστικά στοιχεία δείχνουν τους άνδρες να δυσανασχετούν και να εκφράζουν τη δυσφορία τους έναντι των γυναικών, τις οποίες θεωρούν τις μεγάλες νικήτριες των τελευταίων τριάντα ετών. Παροπλισμένοι, αποπροσανατολισμένοι, γεμάτοι πικρία και ανησυχία, οι άνδρες φαντάζονται μια μελλοντική ζωή όπου θα είναι αντικείμενα, ευνούχοι, άχρηστοι-ακόμα και στο θέμα της αναπαραγωγής. Και αυτό αποδεικνύει ότι η ρητορική της θυματοποίησης των γυναικών χρησιμοποιείται προς λάθος κατεύθυνση. Και ότι θα ήταν καλύτερα οι γυναίκες να είχαν αγωνιστεί σε όλους τους τομείς, στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, εκεί όπου υφίστανται ανισότητες. Να είχαν κατέβει στους δρόμους για να καταγγείλουν αυτές τις ανισότητες, αντί να βάζουν τους άνδρες στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Οι μεγάλες νίκες της δεκαετίας του 70 και η άνοδος της αριστεράς στην εξουσία είχαν κατενθουσιάσει τις γυναίκες. Μέσα σε χρόνο λιγότερο από είκοσι χρόνια οι φεμινίστριες είχαν να επιδείξουν πραγματικό θρίαμβο. Η μαζική είσοδος των γυναικών στους χώρους εργασίας άνοιγε τις πόρτες της ανεξαρτησίας, και η γυναίκα μπορεί πλέον να εγκαταλείψει τον άνδρα που δεν ανέχεται. Ο αριθμός των διαζυγίων αυξάνεται συστηματικά και ο παραδοσιακός γάμος χάνει το περιεχόμενο του. Με την αντισύλληψη και την άμβλωση οι γυναίκες της Δύσης βρέθηκαν να κατέχουν μια άνευ προηγουμένου εξουσία στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Η επανάσταση αυτή σήμαινε το τέλος της πατριαρχίας. Και επανέρχονται ασταμάτητα τα ονόματα των γυναικών εκείνων που είχαν κατακτήσει για πρώτη φορά ανδρικά εδάφη. Από την πρώτη γυναίκα που μπήκε πρώτη στην πολυτεχνική σχολή ως την πρώτη πιλότο πολεμικού αεροσκάφους, δημιουργείται η αίσθηση ότι επιχειρείται να ανατραπεί ο ορισμός των φύλων. Η εικόνα της γυναίκας γινόταν πιο ανδροπρεπής, και επιτέλους άλλαζαν οι ρόλοι. Αυτή η ανατροπή ήταν σίγουρα πηγή πολύτιμης ενέργειας για τη γυναίκα, που επιτέλους όλα όσα ήταν του ανδρός είναι τώρα δικά της, αλλά όσα ήταν δικά της δεν ήταν δικά του. Είναι το νέο κύμα αμερικανόφερτου φεμινισμού, που πρέσβευε ουσιοκρατικές, αποσχιστικές απόψεις, που δημιουργούσαν ένα αντιπαραθετικό δυϊσμό των φύλων. Αδιάφορη, αλλά για πολύ λίγο, έναντι του νέου κύματος παρέμεναν οι ελληνίδες της περιφέρειας, που ονειρεύονταν μια ειρηνική σχέση με τους άνδρες της ζωής τους : τους πατέρες, τους συζύγους, τους εργοδότες και όλους τους άλλους.
Ωστόσο δεν ζούμε την εποχή των θριαμβευτικών κατακτήσεων σε ότι αφορά την οικογενειακή και επαγγελματική ζωή. Εδώ και είκοσι χρόνια τίποτε δεν έχει αλλάξει πραγματικά. Οι γυναίκες, παράλληλα με τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις, συνεχίζουν να ασχολούνται με τα τρία τέταρτα των οικογενειακών και οικιακών υποχρεώσεων. Και αυτή η απαισιόδοξη διαπίστωση ενισχύθηκε στις μέρες μας από τη σκληρότητα της οικονομικής κρίσης. Εκατομμύρια άνδρες, και αναλογικά, ακόμα περισσότερες γυναίκες γνωρίζουν την ανεργία. Η κοινωνία έγινε εσωστρεφής και πολλές μητέρες δύο παιδιών, κυρίως οι πιο αδύναμες οικονομικά, γυρίζουν στα σπίτια τους μέσω ενός ημιμόνιμου μισθού.
Η ισότιμη εκπροσώπηση στην πολιτική που κάνει λόγο για ισότητα στη διαφορά είναι βραδυφλεγής βόμβα. Πολύ γρήγορα η διαφορά υπερεκτιμάται, και η ισότητα σχετικοποιείται. Η διαφορά των φύλων είναι γεγονός, αλλά δεν προδιαθέτει για ρόλους και αξιώματα. Αλλά και δεν είναι δυνατόν να ξεχωρίσουμε άνδρες και γυναίκες ως δύο σύνολα με διαφορετικά συμφέροντα και να αγωνιζόμαστε για την εξίσωση των ρόλων, που ως τόσο αποτελεί το μόνο δρόμο για την ισότητα των φύλων. Περισσότεροι βρεφονηπιακοί σταθμοί και καλύτερες δυνατότητες φύλαξης των παιδιών στο σπίτι προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες στην ισότητα από ότι όλοι οι λόγοι υπέρ της ισότιμης εκπροσώπησης στην πολιτική. Όπως και η πατρική άδεια, που σηματοδοτεί συμβολικά το γεγονός ότι η συμφιλίωση ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής δεν αφορά μόνο τη μητέρα.
Δεν πρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας σε ασπρόμαυρο τρόπο σκέψης και σε αυτονόητες βεβαιότητες, αλλά να εμβαθύνουμε στα πράγματα. Τα στερεότυπα του παρελθόντος στις σχέσεις των δύο φύλων μας περιορίζουν, αλλά και μας εξασφαλίζουν. Η σημερινή καταρράκωση τους προκαλεί δικαιολογημένη ανησυχία. Πολλοί άνδρες βλέπουν σε αυτό την μείωση του ρόλου τους και οι γυναίκες με τη σειρά τους πληρώνουν το τίμημα γι’ αυτό. Άλλες μπαίνουν στον πειρασμό να απαντήσουν με την εγκαθίδρυση μιας νέας ηθικής τάξης. Και το ένα και το άλλο είναι μια παγίδα για όλους, στην οποία δεν πρέπει να πέσουμε.-

* O Γιώργος Γκορέζης είναι Υποστράτηγος ε.α., αρθρογράφος, συγγραφέας.